Του Γιώργου Κατημερτζή *
Η πρόσφατη ανάδειξη και διάσωση του φωτογραφικού υλικού των 200 εκτελεσθέντων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής δεν συνιστά απλώς μία σημαντική ιστορική είδηση· αποτελεί ένα βαθύ εθνικό γεγονός μνήμης, αυτογνωσίας και ευθύνης. Τα πρόσωπα που αναδύονται μέσα από αυτές τις φωτογραφίες δεν είναι πια ανώνυμοι αριθμοί μιας τραγικής καταγραφής· είναι άνθρωποι με οικογένειες, με όνειρα, με προσωπικές διαδρομές, που βρέθηκαν στο κέντρο μιας από τις πιο σκοτεινές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η εικόνα τους μάς υποχρεώνει σε σιωπή, αλλά και σε στοχασμό· μας καλεί να σταθούμε με σεβασμό απέναντι στην Ιστορία, όχι ως θεατές, αλλά ως συνεχιστές μιας συλλογικής διαδρομής που διαμορφώθηκε μέσα από θυσίες και ηρωισμό.
Τη Πρωτομαγιά του 1944, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής εκτέλεσαν 200 κρατούμενους κομμουνιστές (μέλη και στελέχη του ΚΚΕ η πλειοψηφία) ως αντίποινα για την εκτέλεση του Γερμανού Υποστράτηγου Franz Krech από το 8ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ στους Μολάους Λακωνίας. Η πράξη αυτή δεν αποτέλεσε ένα μεμονωμένο επεισόδιο βίας· εντασσόταν στη στρατηγική της ναζιστικής τρομοκρατίας, η οποία επεδίωκε να κάμψει το φρόνημα ενός λαού που, παρά την πείνα, τις εκτελέσεις και τις διώξεις, συνέχιζε να αντιστέκεται. Οι περισσότεροι από τους 200 ήταν ήδη φυλακισμένοι από τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, γεγονός που προσδίδει στην ιστορία τους μια επιπλέον διάσταση τραγικής ειρωνείας: άνθρωποι διωκόμενοι για τις ιδέες τους από το ελληνικό κράτος, παραδόθηκαν αργότερα στον κατακτητή και εκτελέστηκαν από αυτόν.
Για να κατανοήσουμε τη διαδρομή τους, οφείλουμε να εξετάσουμε στις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες του Μεσοπολέμου. Το λεγόμενο «Ιδιώνυμο», ο νόμος 4229/1929 που θεσπίστηκε επί πρωθυπουργίας του Ελευθέριου Βενιζέλου, ποινικοποίησε τη πολιτική δράση που θεωρούνταν απειλή για το κοινωνικό καθεστώς, στρεφόμενο κυρίως κατά του νεαρού τότε ΚΚΕ. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου ενέτεινε δραστικά τις διώξεις, με μαζικές συλλήψεις, εξορίες και εγκλεισμούς σε φυλακές. Πολλοί από τους 200 βρίσκονταν ήδη έγκλειστοι από τα τέλη της δεκαετίας του 1930, όχι για πράξεις βίας ή ποινικά αδικήματα, αλλά για την πολιτική τους ταυτότητα και συνδικαλιστική δράση. Το κράτος της εποχής μπορεί να αντιμετώπιζε την ιδεολογία τους ως εθνική απειλή· ωστόσο, η μετέπειτα εξέλιξη των γεγονότων απέδειξε ότι η σχέση τους με τις έννοιες της «πατρίδας» και «εθνικής ανεξαρτησίας» δεν ήταν σχέση άρνησης, αλλά βαθιάς ταύτισης.
Το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου αποτέλεσε κρίσιμη καμπή. Από τις φυλακές, ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, απηύθυνε ανοιχτή επιστολή προς τον ελληνικό λαό καλώντας τον να πολεμήσει τον εισβολέα, χαρακτηρίζοντας τον αγώνα «εθνικοαπελευθερωτικό». Έγραφε χαρακτηριστικά: «Δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ». Παράλληλα, πλήθος φυλακισμένων κομμουνιστών υπέβαλαν αιτήματα στις κρατικές αρχές να μεταφερθούν στο αλβανικό μέτωπο και να πολεμήσουν. Τα αιτήματα αυτά απορρίφθηκαν από το καθεστώς Μεταξά. Η άρνηση αυτή δεν μπορεί να ιδωθεί απλώς ως διοικητική επιλογή· αντανακλούσε την καχυποψία και τον φόβο απέναντι σε πολιτικούς αντιπάλους, ακόμη και σε ώρα εθνικού κινδύνου. Η Ιστορία, όμως, κατέγραψε ότι οι άνθρωποι αυτοί ζήτησαν να πολεμήσουν για την Ελλάδα.
Μετά την κατάρρευση του μετώπου και την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα, οι πολιτικοί κρατούμενοι παραδόθηκαν στους κατακτητές. Η πράξη αυτή, που τεκμηριώνεται ιστορικά, αποτελεί μία από τις πιο οδυνηρές πτυχές της περιόδου. Οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα και φυλακές, παραμένοντας όμηροι ενός καθεστώτος που εφάρμοζε συλλογικά αντίποινα. Όταν αποφασίστηκε η εκτέλεση 200 εξ αυτών, η επιλογή δεν ήταν τυχαία, όπως ανέφερε η γερμανική ανακοίνωση.
Αξίζει, επίσης, να υπογραμμιστεί ότι η επιλογή της Καισαριανής ως τόπου εκτελέσεων δεν υπήρξε τυχαία ή συγκυριακή· αντιθέτως, αποτέλεσε συνειδητή επιλογή στρατηγικού και συμβολικού χαρακτήρα εκ μέρους των κατοχικών αρχών, στο πλαίσιο μιας πολιτικής οργανωμένης τρομοκράτησης του πληθυσμού. Η Καισαριανή, ήδη από τα πρώτα χρόνια της Κατοχής, είχε αναδειχθεί σε εστία έντονης αντιστασιακής δράσης μέσα στην κατεχόμενη Αθήνα. Μονάδες του ΕΛΑΣ έδιναν συστηματικά μάχες σε συνοικίες της πρωτεύουσας, αναπτύσσοντας δίκτυα, σαμποτάζ και ένοπλες επιχειρήσεις· μόνο στη περιοχή της Καισαριανής καταγράφονται δεκάδες συγκρούσεις — αναφέρονται χαρακτηριστικά 49 μάχες — γεγονός που καταδεικνύει την ένταση της αντιστασιακής παρουσίας. Εκεί έδρευε η 1η Ταξιαρχία του Α΄ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ, στοιχείο που καθιστούσε την περιοχή ιδιαίτερα «ενοχλητική» για τις δυνάμεις κατοχής. Οι εκτελέσεις στο Σκοπευτήριο λειτουργούσαν, επομένως, ως πράξη αντιποίνων αλλά και ως μήνυμα εκφοβισμού προς έναν πληθυσμό που αντιστεκόταν ενεργά· ήταν μια ωμή επίδειξη δύναμης με στόχο να καμφθεί το φρόνημα μιας πόλης που δεν υποτασσόταν.
Ωστόσο, η στάση των μελλοθανάτων προσέδωσε στο γεγονός διάσταση ηθικού μεγαλείου. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι πολλοί προχώρησαν στον τόπο της εκτέλεσης τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο ή άλλα πατριωτικά τραγούδια, ότι αποχαιρέτησαν με ψυχραιμία τους συγκρατουμένους τους, ότι έγραψαν επιστολές προς τις οικογένειές τους με λόγια αξιοπρέπειας και πίστης στην Ελλάδα. Η ιδεολογία τους δεν αναιρεί τον πατριωτισμό τους· αντιθέτως, αποδεικνύει ότι η έννοια της πατρίδας μπορεί να βιώνεται μέσα από διαφορετικά πολιτικά πρίσματα, αλλά να καταλήγει στην ίδια πράξη θυσίας. Το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ συγκροτήθηκαν σε μία από τις πιο δραματικές περιόδους της ελληνικής ιστορίας, όταν το κράτος είχε καταρρεύσει, η νόμιμη εξουσία βρισκόταν στην εξορία και η χώρα τελούσε υπό τριπλή κατοχή. Παρότι πρωτεργάτης και καθοδηγητής ήταν το ΚΚΕ, δεν αποτέλεσαν κλειστούς κομματικούς μηχανισμούς, αλλά ευρύτερα σχήματα εθνικής κινητοποίησης, στα οποία προσχώρησαν χιλιάδες Έλληνες διαφορετικών πολιτικών και κοινωνικών αφετηριών. Στις γραμμές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ συναντήθηκαν πολίτες που δεν ταυτίζονταν ιδεολογικά με τον κομμουνισμό, αλλά θεώρησαν ότι εκείνη τη στιγμή η προτεραιότητα ήταν μία: η απελευθέρωση της πατρίδας από τον κατακτητή. Σοσιαλιστές και σοσιαλδημοκράτες, δημοκρατικοί βενιζελικοί, πρόσωπα με καταγωγή από τον φιλελεύθερο χώρο, ακόμη και άτομα που στο παρελθόν είχαν τοποθετηθεί στον βασιλικό ή συντηρητικό χώρο, βρέθηκαν να συμπορεύονται στον αγώνα της Αντίστασης. Δεν τους ένωνε η απόλυτη ιδεολογική ταύτιση· τους ένωνε η επίγνωση ότι η εθνική ανεξαρτησία είχε καταλυθεί και ότι η αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού απαιτούσε δράση. Η πολυσυλλεκτικότητα αυτή δεν αναιρεί τις μεταγενέστερες πολιτικές συγκρούσεις ούτε αγνοεί τις διαφορετικές στρατηγικές και επιδιώξεις που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό της Αντίστασης. Ωστόσο, στο κρίσιμο ιστορικό της πλαίσιο, αναδεικνύει ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός: ότι ο αγώνας κατά της Κατοχής υπήρξε, για ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, πρωτίστως εθνική υπόθεση. Και αυτό το στοιχείο είναι ουσιώδες, διότι μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε την Ιστορία όχι με όρους ιδεολογικής αποκλειστικότητας, αλλά με όρους συλλογικής μνήμης.
Στο ίδιο πνεύμα οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε και την πρόσφατη ανάδειξη των φωτογραφιών των 200 εκτελεσθέντων. Το υλικό αυτό δεν είναι ιδιοκτησία κανενός πολιτικού χώρου ή πολιτικού κόμματος. Είναι ιστορικό τεκμήριο που ανήκει στο έθνος. Η θεσμικά ορθή και ηθικά επιβεβλημένη επιλογή είναι η απόδοσή του στο Μουσείο ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης του Δήμου Καισαριανής, στον φυσικό χώρο όπου διαδραματίστηκε η τραγωδία, ώστε να ενταχθεί σε ένα οργανωμένο πλαίσιο ιστορικής τεκμηρίωσης, έρευνας και δημόσιας πρόσβασης. Εκεί, οι φωτογραφίες θα πάψουν να είναι αποσπασματικά ντοκουμέντα και θα ενταχθούν σε μία ολοκληρωμένη αφήγηση, βασισμένη σε πηγές, μαρτυρίες και επιστημονική μελέτη. Η μνήμη, ιδίως όταν αφορά πράξεις θυσίας, δεν μπορεί να εργαλειοποιείται ούτε να απομονώνεται από το ιστορικό της πλαίσιο. Αντιθέτως, οφείλει να εντάσσεται σε θεσμικές δομές που διασφαλίζουν την αντικειμενικότητα, την προσβασιμότητα και τη διαρκή εκπαιδευτική της αξιοποίηση. Το Σκοπευτήριο της Καισαριανής δεν είναι απλώς ένας τόπος μνήμης· είναι τόπος εθνικής αυτογνωσίας.
Εάν η θυσία των 200 έχει σήμερα νόημα, αυτό το νόημα δεν εξαντλείται στην απόδοση τιμής. Συνίσταται κυρίως στη δυνατότητά μας να μετατρέψουμε τη μνήμη σε παιδεία και την παιδεία σε συνείδηση. Να διδάξουμε στη νέα γενιά ότι η πατρίδα δεν είναι ιδεολογικό σύνθημα, αλλά κοινός τόπος ευθύνης· ότι η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη, αλλά κατακτάται και προστατεύεται· και ότι η εθνική ενότητα δεν οικοδομείται πάνω στη λήθη, αλλά πάνω στην ώ ριμη και ειλικρινή αναγνώριση της Ιστορίας. Μόνον έτσι ο τόπος της εκτέλεσης θα μετατραπεί πραγματικά σε τόπο αναγέννησης της συλλογικής μας συνείδησης. Και μόνον έτσι οι μορφές των 200 θα συνεχίσουν να μας μιλούν, όχι ως σύμβολα ενός παρελθόντος διχασμού, αλλά ως φορείς μιας παρακαταθήκης εθνικής αξιοπρέπειας και ιστορικής ευθύνης.
Εάν η θυσία των 200 έχει σήμερα νόημα, αυτό το νόημα δεν εξαντλείται στην απόδοση τιμής. Συνίσταται κυρίως στη δυνατότητά μας να μετατρέψουμε τη μνήμη σε παιδεία και την παιδεία σε συνείδηση. Να διδάξουμε στη νέα γενιά ότι η πατρίδα δεν είναι ιδεολογικό σύνθημα, αλλά κοινός τόπος ευθύνης· ότι η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη, αλλά κατακτάται και προστατεύεται· και ότι η εθνική ενότητα δεν οικοδομείται πάνω στη λήθη, αλλά πάνω στην ώ ριμη και ειλικρινή αναγνώριση της Ιστορίας. Μόνον έτσι ο τόπος της εκτέλεσης θα μετατραπεί πραγματικά σε τόπο αναγέννησης της συλλογικής μας συνείδησης. Και μόνον έτσι οι μορφές των 200 θα συνεχίσουν να μας μιλούν, όχι ως σύμβολα ενός παρελθόντος διχασμού, αλλά ως φορείς μιας παρακαταθήκης εθνικής αξιοπρέπειας και ιστορικής ευθύνης.
* πρώην Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Καισαριανής και μέλους του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ)
Πηγή: militaire.gr


0 Σχόλια
Tο kozanara.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.