Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη *
Η ιδέα μιας ακηδεμόνευτης πολιτικής ακούγεται σχεδόν αυτονόητη. Κι όμως, στην ελληνική εμπειρία μοιάζει όλο και πιο μακρινή. Όχι μόνο επειδή τα κόμματα συγκροτούν μηχανισμούς αυτοσυντήρησης, αλλά και επειδή πολλοί πολίτες νιώθουν ότι η πολιτική δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά μέσα στην κοινωνία που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί. Η αίσθηση ή ίσως η βεβαιότητα εξαρτήσεων -οικονομικών, διεθνών, επικοινωνιακών- έχει εγκατασταθεί στη συλλογική συνείδηση, είτε κανείς την ερμηνεύει ως πραγματικότητα είτε ως διάχυτη δυσπιστία.
Έτσι διαμορφώνεται ένα παράδοξο. Η πολιτική υπάρχει παντού, αλλά η εμπιστοσύνη σε αυτήν συρρικνώνεται. Και η κοινωνία όλο και πιο πολύ απομακρύνεται από την Πολιτική. Πολλοί πολίτες δεν αμφισβητούν απλώς πρόσωπα ή επιλογές. Αμφισβητούν το κατά πόσο οι αποφάσεις λαμβάνονται πραγματικά εκεί όπου φαίνεται.
Εδώ ακριβώς γεννιέται η η ανάγκη για κάτι ακηδεμόνευτο -για μια φωνή που να μη μοιάζει δεμένη σε δίκτυα επιρροής, οικονομικής ισχύος ή διεθνών ισορροπιών. Ανάγκη που για την πατρίδα μας είναι μάλλον υπαρξιακή.
Δεν σημαίνει ότι η «πολιτική χωρίς κηδεμόνες» είναι εύκολη υπόθεση, αλλά το γεγονός ότι πολλοί την αναζητούν δείχνει κάτι βαθύτερο: μια κοινωνία που θέλει να ξαναπιστέψει ότι μπορεί να μιλήσει με τη δική της φωνή και όχι μόνο μέσω διαμεσολαβήσεων.
Από εκεί ξεκινά και η συζήτηση για το ακηδεμόνευτο, όχι ως σύνθημα, αλλά ως ανάγκη. Και ίσως ως το τελευταίο περιθώριο για να ξαναγίνει η πολιτική υπόθεση των ανθρώπων και όχι μόνο των μηχανισμών.
Ακηδεμόνευτο δεν σημαίνει «ανέλεγκτο», «επιπόλαιο» ούτε «αφελές». Σημαίνει κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο μαζί. Μια φωνή, μια παρουσία ή μια πολιτική στάση που δεν ανήκει εκ των προτέρων σε μηχανισμούς, που δεν χρωστά διαδρομή σε κομματικούς σωλήνες, που δεν χρειάζεται έγκριση για να υπάρξει δημόσια. Είναι το πολιτικό που προκύπτει από την βιωμένη εμπειρία.
Η αλήθεια είναι ότι κάθε πολιτικό σύστημα μαθαίνει να αναπαράγεται. Φτιάχνει μηχανισμούς, ιεραρχίες, διαδρομές «ωρίμανσης». Μαθαίνει ποιος μιλά, πότε μιλά και με ποιους όρους. Ορίζει ποιος "ανήκει" και ποιος όχι. Όπως σε κάθε σύστημα αυτός είναι ένας τρόπος να διατηρείται η συστημική συνοχή. Αλλά κάποια στιγμή αυτό που ξεκίνησε ως οργάνωση γίνεται περίφραξη.
Το είδαμε αυτό από την επομένη του εγκλήματος των Τεμπών, καθώς -όπως και κάθε καθεστώς- το πολιτικό σύστημα αποκαλύφθηκε όχι τόσο σε όσα είπε, αλλά σε όσα δεν άντεχε να ειπωθούν-και που ευτυχώς τα έψαξαν, τα βρήκαν και τα είπαν μόνο οι συγγενείς των θυμάτων. Μετά τα Τέμπη, υπήρξε μια στιγμή όπου όλα έμοιαζαν να κρέμονται στον αέρα, μια στιγμή που η κοινωνία ζητούσε καθαρές λέξεις.
Αντί γι’ αυτό, είδαμε μετρημένες τοποθετήσεις, επιλεκτικές εντάσεις, προσεκτικά βήματα γύρω από έναν πυρήνα ερωτημάτων που έμενε διαρκώς στο ημίφως. Και όσο τα ερωτήματα για φορτία, διαδικασίες, εκταφές και ευθύνες επέμεναν, τόσο το πολιτικό σύστημα έμοιαζε να χαμηλώνει τη φωνή. Όχι με θόρυβο, αλλά με εκείνη τη συντονισμένη αμηχανία που μοιάζει με σιωπηρή συμφωνία.
Δεν χρειάζεται πάντα ρητή συνεννόηση για να υπάρξει κηδεμονία. Αρκεί ένα κοινό όριο. Το αόρατο σημείο πέρα από το οποίο η σύγκρουση παύει να είναι επιτρεπτή. Όταν οι διαφορές εξαντλούνται στην επιφάνεια, αλλά ο πυρήνας μένει ανέγγιχτος, τότε η πολιτική μοιάζει λιγότερο με αντιπαράθεση και περισσότερο με διαχείριση ενός πλαισίου που δεν επιτρέπεται να ραγίσει. Και εκεί, μέσα σε αυτή τη χ α μ η λ ό φ ω ν η ο μ ο ι ο μ ο ρ φ ί α, γίνεται αισθητό ότι τα κόμματα δεν κινούνται πάντα μόνο από ιδεολογία ή λαϊκή εντολή, αλλά και από μια ανάγκη να μη διαταραχθούν ισορροπίες που σπάνια κατονομάζονται.
Και τότε, όποιος εμφανίζεται χωρίς κομματική κηδεμονία δεν μοιάζει απλώς διαφορετικός, μοιάζει επικίνδυνος. Όχι γιατί έχει απαραίτητα περισσότερη δύναμη, αλλά γιατί θυμίζει κάτι που το σύστημα προσπαθεί να ξεχάσει: ότι η πολιτική δεν γεννήθηκε στα γραφεία, αλλά "από" και "στις" ανάγκες των ανθρώπων.
Υπάρχει όμως και μια πιο ανθρώπινη διάσταση. Για πολλούς, το κόμμα δεν είναι απλώς πολιτική επιλογή, είναι βιογραφία. Είναι παρέες, κοινές μνήμες, αγώνες, ήττες, προσδοκίες. Σταδιακά γίνεται κάτι σαν αυτό που στην ψυχοπαθολογία ορίζουμε ως «πολύ δεμένη οικογένεια». Κι όπως σε κάθε οικογένεια, η αμφισβήτηση συχνά βιώνεται ως προδοσία. Η υπεράσπιση του κόμματος δεν είναι τότε μόνο ιδεολογική, είναι ταυτοτική. Υπερασπίζεσαι ένα κομμάτι του εαυτού σου.
Το ακηδεμόνευτο λοιπόν δεν απειλεί μόνο ψήφους ή ισορροπίες. Απειλεί αυτή τη βεβαιότητα ότι η πολιτική έχει συγκεκριμένες πύλες εισόδου, ότι υπάρχει μια «σωστή» διαδρομή πριν μιλήσεις. Θυμίζει ότι μπορεί να υπάρξει λόγος δημόσιος που δεν έχει μαθητεύσει σε μηχανισμούς, που δεν έχει μάθει να αυτολογοκρίνεται.
Το ακηδεμόνευτο απειλεί το "ανήκειν" αρκετών.
Όμως η κοινωνία, ειδικά όταν κουράζεται, αρχίζει να αναζητά το ακηδεμόνευτο. Όχι απαραίτητα ως έτοιμη λύση, αλλά σαν ανάσα. Όταν οι ρόλοι μοιάζουν παγιωμένοι και οι αντιπαραθέσεις προβλέψιμες, γεννιέται η ανάγκη για κάτι που να μην έχει ακόμη ταξινομηθεί. Για μια φωνή που δεν κουβαλά το βάρος των ισορροπιών, που μιλά πριν υπολογίσει.
Η ελληνική κοινωνία, μετά από αλλεπάλληλες κρίσεις και τραύματα που δεν πρόλαβαν να κλείσουν πριν έρθει το επόμενο, κουβαλά μια βαθιά κόπωση. Όχι μόνο οικονομική ή πολιτική, αλλά υπαρξιακή.
Η αίσθηση ότι πολλά αλλάζουν αλλά κάτι μένει πάντα ίδιο γεννά μια σιωπηλή απογοήτευση. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, το ακηδεμόνευτο μοιάζει με υπενθύμιση ότι τίποτα δεν είναι απολύτως κλειστό.
Δεν είναι εύκολο να το δεχτείς. Το απρόβλεπτο φοβίζει. Ενοχλεί όσους έχουν μάθει -συχνά με το αζημίωτο- να διαχειρίζονται το σύστημα, αλλά και όσους έχουν συνηθίσει να ζουν μέσα στα όριά του.
Γιατί ανοίγει την πιθανότητα να ξανασκεφτούμε ρόλους, βεβαιότητες, ακόμη και τον τρόπο που συμμετέχουμε στα κοινά.
Δεν σημαίνει ότι κάθε ακηδεμόνευτη φωνή θα δικαιωθεί ή θα αντέξει. Αλλά η ίδια η δυνατότητα ύπαρξής της είναι σημάδι ότι η κοινωνία δεν έχει παγώσει εντελώς. Ότι κάτι ακόμη κινείται κάτω από τις επιφάνειες.
Και ίσως τελικά αυτό είναι που αξίζει να προστατευτεί. Όχι τόσο ένα πρόσωπο συγκεκριμένα, αλλά η πιθανότητα να εμφανίζεται κάποιος χωρίς άδεια. Να μιλά χωρίς ντόπιους ή ξένους κηδεμόνες. Να μιλά χωρίς να χρωστά. Να δοκιμάζει να σταθεί δημόσια χωρίς να έχει προηγουμένως εγκριθεί.
Γιατί κάθε φορά που μια τέτοια φωνή φιμώνεται -με καχυποψία, ταμπέλες, απαξίωση ή απλώς σιωπή- η πολιτική γίνεται λίγο πιο στενή και το υπαρξιακό κενό της της χώρας και του λαού γίνεται όλο και πιο απειλητικό.
Και δεν μας αξίζει να τελειώσουμε συλλογικά επειδή κάποιοι δεν αντέχουν να ξεμπερδεύουν με τους "κηδεμόνες" τους.
* Αναπτυξιακός & Κοινωνικός Ψυχολόγος, Διδάσκων Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Neapolis.
Πηγή: social media
Πηγή: social media


0 Σχόλια
Tο kozanara.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.