Η στρατηγική Kipper: Πώς να κρύβεις την ουσία με θόρυβο

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Το «brutal θέατρο» δεν είναι ιδεολογία είναι τεχνική

Του Απόστολου Αποστόλου *

Στην εποχή μας, η πολιτική δεν χρειάζεται επιχειρήματα. Χρειάζεται σκηνικά. Δεν χρειάζεται πρόγραμμα. Χρειάζεται φώτα, κάμερες και θυμό. Η δημόσια σφαίρα έχει μετατραπεί σε μια σκηνή όπου η ένταση μετριέται σε ντεσιμπέλ και η «αλήθεια» σε likes. Αυτό που η ηθοποιός Ursina Lardi περιέγραψε σε ομιλία της στη Μπιενάλε Θεάτρου του 2025 ως «βάναυσο θέατρο» δεν είναι μια μεταφορά για τους ευαίσθητους. Είναι η ακριβής περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ασκείται πλέον η πολιτική, ως μια επιθετική, ωμή παράσταση, όπου η ουσία θυσιάζεται στον βωμό της εικόνας.

Το «brutal θέατρο» δεν είναι ιδεολογία είναι τεχνική. Δεν έχει πρόγραμμα, έχει σκηνοθεσία. Δεν ενδιαφέρεται για τη λύση ενός προβλήματος, αλλά  ενδιαφέρεται για την παραγωγή ενός επεισοδίου. Η πολιτική συζήτηση δεν είναι πια ανταλλαγή επιχειρημάτων αλλά διαγωνισμός επιθετικότητας, ποιος θα προσβάλει καλύτερα, ποιος θα εξευτελίσει πιο θεαματικά, ποιος θα βγάλει την πιο κοφτερή ατάκα που θα παίξει σε επανάληψη στα δελτία.

Στην Ελλάδα, βεβαίως, δεν χρειαζόμασταν τη διεθνή σκηνή για να ανακαλύψουμε τη θεαματοποίηση. Εδώ το θέατρο ήταν πάντα λαϊκό άθλημα, απλώς τώρα έχει χάσει κάθε ίχνος μέτρου. Η Βουλή θυμίζει συχνά σκηνή επαρχιακού θιάσου που παίζει διαρκώς την ίδια παράσταση, αγανάκτηση, καταγγελία, ηθικός πανικός. Σκηνικά λιτά, λόγος υπερφίαλος, χειροκρότημα από τους κομπάρσους των κοινωνικών δικτύων.

Το  βάναυσο (brutal) θέατρο τρέφεται από την ένταση. Χρειάζεται εχθρούς, χρειάζεται προδότες, «ανθέλληνες», «λαϊκιστές», «συμμορίες». Χρειάζεται μια μόνιμη κατάσταση πολιορκίας, γιατί μόνο έτσι δικαιολογείται ο υψωμένος τόνος, η απειλή, η δήθεν αποφασιστικότητα. Δεν έχει σημασία αν το πρόβλημα είναι η ακρίβεια, η διάλυση του ΕΣΥ ή η στεγαστική κρίση. Σημασία έχει να υπάρχει μια σκηνή σύγκρουσης. Να υπάρξει το κλιπ.

Η «στρατηγική kipper», όπως αποκαλείται συχνά διεθνώς, δηλαδή, η τεχνική της κατασκευασμένης οργής και της διαρκούς μετατόπισης της προσοχής, βρίσκει εδώ εύφορο έδαφος. Δημιουργείς ένα επεισόδιο, προκαλείς μια αντιπαράθεση, πετάς μια προκλητική φράση  και πριν καν αποτιμηθεί η ζημιά, μετακινείς το ενδιαφέρον αλλού. Η πολιτική ατζέντα γίνεται κινούμενη άμμος, έτσι ώστε ο  πολίτης να μην  προλαβαίνει να εστιάσει σε τίποτα. Μόνο να θυμώνει. Σ’ αυτό το σκηνικό, η εικόνα κυριαρχεί. Όπως η  δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη με τα αμερικανικά μανικετόκουμπα, (όταν πας να συναντήσεις τον δράκουλα, δεν βάζεις σταυρό; … Εκεί ήταν πολλοί κομμουνιστές μαζεμένοι και είπα να βάλω λίγο το εθνόσημο των ΗΠΑ να έχω προστασία), το αυστηρό βλέμμα, το στημένο «αυθόρμητο» ξέσπασμα, η απειλητική δήλωση με φόντο σημαίες. Κάθε τι είναι σύμβολο. Κάθε τι είναι μήνυμα. Η πολιτική δεν είναι πια διαδικασία διακυβέρνησης αλλά performance branding. Οι πολιτικοί  μετατρέπονται σε ρόλους. Ο «αποφασιστικός», ο «αντισυστημικός», ο «σκληρός διαπραγματευτής». Κι αν η πραγματικότητα δεν ταιριάζει με τον ρόλο, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.

Το «brutal» θέατρο δεν είναι απλώς αισθητικό πρόβλημα, είναι δημοκρατικό. Γιατί η δημοκρατία προϋποθέτει χρόνο, επιχειρηματολογία, αμφιβολία. Προϋποθέτει την παραδοχή ότι ο αντίπαλος δεν είναι τέρας αλλά συμμέτοχος σε μια κοινή διαδικασία. Στο βάναυσο θέατρο, όμως, ο αντίπαλος είναι απαραίτητα καρικατούρα. Πρέπει να γελοιοποιηθεί ή να δαιμονοποιηθεί. Μόνο έτσι η σύγκρουση αποκτά δραματουργία.

Στην ελληνική εκδοχή του φαινομένου, το στοιχείο του κιτς είναι έντονο. Υπερπατριωτικές κορώνες που εναλλάσσονται με lifestyle φωτογραφίσεις. Επικλήσεις στην «κοινή λογική» που συνοδεύονται από ωμές επιθέσεις. Μια διαρκής επίκληση της «κανονικότητας» που καταλήγει σε κανονικοποίηση της χυδαιότητας. Ταυτόχρονα ο  δημόσιος λόγος γίνεται όλο και πιο φτωχός, αλλά η ένταση όλο και πιο πλούσια.

Και τα μέσα ενημέρωσης; Συχνά δεν είναι απλοί θεατές αλλά συν-παραγωγοί. Το απόσπασμα των δέκα δευτερολέπτων είναι πιο εμπορεύσιμο από μια ανάλυση χιλίων λέξεων. Εξάλλου η σύγκρουση πουλάει, η ψυχραιμία όχι. Έτσι, το «brutal» θέατρο αναπαράγεται καθημερινά, από τα τηλεοπτικά παράθυρα μέχρι τα timelines. Ο πολιτικός που φωνάζει κερδίζει χρόνο, ενώ ο πολιτικός που εξηγεί χάνει ακροαματικότητα.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι η σταδιακή εξοικείωση. Όταν η λεκτική βία γίνεται ρουτίνα, παύει να σοκάρει. Όταν η απειλή γίνεται στυλ, παύει να τρομάζει. Η κοινωνία συνηθίζει το τέρας. Το αντιμετωπίζει ως αναπόφευκτο. «Έτσι είναι η πολιτική», σαν να πρόκειται για καιρικό φαινόμενο.

Μόνο που δεν είναι, είναι επιλογή,  είναι συνειδητή στρατηγική. Το «brutal» θέατρο δεν προκύπτει από αδυναμία, αλλά  προκύπτει από υπολογισμό. Είναι πιο εύκολο να οξύνεις τα πάθη παρά να λύσεις τα προβλήματα. Πιο εύκολο να διχάσεις παρά να συνθέσεις. Πιο εύκολο να σκηνοθετήσεις θυμό παρά να παραδεχθείς αποτυχίες.

Κάπου εδώ, η ειρωνεία γίνεται πικρή και αυτό γιατί η χώρα που γέννησε το αρχαίο δράμα, που δίδαξε την τραγωδία και την πολιτική σκέψη ως πράξεις συλλογικής αυτογνωσίας, καταλήγει να παρακολουθεί μια φτηνή μεταμοντέρνα φάρσα. Χωρίς κάθαρση, χωρίς βάθος,  μόνο με θόρυβο.

Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν ζούμε σε εποχή βάναυσου θεάτρου,  το ερώτημα είναι αν το κοινό θα συνεχίσει να χειροκροτεί, γιατί κάθε παράσταση χρειάζεται θεατές. Και κάθε πολιτικός που υψώνει τη φωνή του για να καλύψει το κενό, το κάνει γνωρίζοντας ότι κάπου υπάρχει ένα ακροατήριο πρόθυμο να συγκινηθεί, να εξοργιστεί, να ταυτιστεί.

Η δημοκρατία όμως  δεν είναι θέαμα, ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να είναι. Αν όμως μετατραπεί οριστικά σε «brutal performance», τότε δεν θα μιλάμε  για παρακμή του λόγου αλλά για παραίτηση της κοινωνίας από την ίδια της τη δυνατότητα να σκέφτεται. Και αυτό δεν είναι απλώς κακή σκηνοθεσία, είναι επικίνδυνο έργο.

* Απόστολος Αποστόλου. Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Διεθνών Δημοσίων Σχέσεων του Πανεπιστημίου Federiciana Ρώμης

Πηγή : documentonews.gr

από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια