Προεκλογικά «δώρα» χωρίς αντίκρισμα

Documento Creative, Unsplash, EUROKINISSI

Δεν είναι τυχαίο ότι όλα αυτά συμβαίνουν με φόντο μια διαρκώς πλησιάζουσα εκλογική αναμέτρηση.

Του Απόστολου Αποστόλου *

Το σκηνικό επαναλαμβάνεται με σχεδόν τελετουργική ακρίβεια, ο πρωθυπουργός  Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται σε νέο διάγγελμα, με φόντο την «ανησυχία για την ακρίβεια», για να ανακοινώσει ακόμη ένα πακέτο μέτρων. Pass, επιδόματα, προσωρινές ενισχύσεις. Μια γνώριμη συνταγή που επιχειρεί να κατευνάσει την κοινωνική δυσαρέσκεια χωρίς να αγγίζει τις ρίζες του προβλήματος. Και κάπως έτσι, η πολιτική μετατρέπεται ξανά σε επικοινωνιακή διεκπεραίωση με  λίγες λέξεις,  με λίγους αριθμούς, αλλά με  πολύ θόρυβο  και στο τέλος, ψίχουλα.

Η ουσία όμως παραμένει πεισματικά ίδια, οι τιμές συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά, η αισχροκέρδεια δεν φαίνεται να αναχαιτίζεται, και τα νοικοκυριά βλέπουν το διαθέσιμο εισόδημά τους να συρρικνώνεται. Η κυβέρνηση επιλέγει να αντιμετωπίζει το σύμπτωμα, όχι την ασθένεια. Αντί για δομικές παρεμβάσεις στην αγορά, ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών και ουσιαστική φορολογική ελάφρυνση, προσφέρει προσωρινά «μπαλώματα» που εξανεμίζονται μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Το πρόβλημα βέβαια είναι βαθύτερο. Οι έμμεσοι φόροι, ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανάλωσης συνεχίζουν να αποτελούν τον βασικό πυλώνα των κρατικών εσόδων. Αυτό σημαίνει ότι όσο αυξάνονται οι τιμές, τόσο αυξάνονται και τα φορολογικά έσοδα του κράτους, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Πρόκειται για μια σιωπηρή αλλά διαρκή αφαίμαξη, που δεν αντιμετωπίζεται με επιδόματα τύπου pass, ενώ αντιθέτως, αυτά λειτουργούν ως άλλοθι όπως  μια πρόχειρη επιστροφή μέρους των χρημάτων που το ίδιο το κράτος έχει ήδη εισπράξει.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η διαχείριση των συνταξιούχων  μια κατηγορία πολιτών που βιώνει την πίεση της ακρίβειας με ιδιαίτερη ένταση. Η εξαγγελία για ενίσχυση της τάξης των 250 ευρώ παρουσιάζεται ως σημαντική ανάσα, όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και λιγότερο γενναιόδωρη. Τα αυστηρά κριτήρια αποκλείουν μεγάλο μέρος των δικαιούχων, αφήνοντας πολλούς εκτός. Έτσι, η ενίσχυση καταλήγει να αφορά λίγους, ενώ η πλειονότητα παρακολουθεί από απόσταση. Η επιλογή αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο πρόκειται για ουσιαστική στήριξη ή για στοχευμένη κίνηση εντυπωσιασμού. Διότι όταν το μέτρο επικοινωνείται ως ευρεία παρέμβαση αλλά στην πράξη περιορίζεται σημαντικά, τότε ενισχύεται η αίσθηση ότι η πολιτική αξιοποιεί τον πραγματικό πόνο για να παράγει πρόσκαιρο πολιτικό όφελος.

Η ρητορική περί «στήριξης της κοινωνίας» μοιάζει έτσι να αποσυνδέεται από την πραγματικότητα. Διότι στήριξη δεν είναι να δίνεις πίσω λίγα από αυτά που αφαιρείς με πολλαπλούς τρόπους, στήριξη είναι να διαμορφώνεις συνθήκες σταθερότητας, να μειώνεις τα βάρη εκεί που πονά περισσότερο, να ελέγχεις αποτελεσματικά τις στρεβλώσεις της αγοράς. Αντί για αυτό, παρακολουθούμε μια διαχείριση που θυμίζει περισσότερο επικοινωνιακό σχεδιασμό παρά οικονομική πολιτική.

Η αισχροκέρδεια, για παράδειγμα, αντιμετωπίζεται κυρίως με δηλώσεις και σποραδικούς ελέγχους. Τα πρόστιμα ανακοινώνονται με τυμπανοκρουσίες, αλλά σπάνια λειτουργούν αποτρεπτικά σε μια αγορά όπου οι μηχανισμοί ελέγχου είναι περιορισμένοι και η διαφάνεια ανεπαρκής. Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον όπου οι ισχυροί παίκτες διατηρούν την ευχέρεια να μετακυλίουν το κόστος ή ακόμη και να το διογκώνουν στους καταναλωτές.

Παράλληλα, η επιλογή των επιδοματικών λύσεων δημιουργεί και μια άλλη, πιο ύπουλη συνέπεια, την κανονικοποίηση της εξάρτησης. Οι πολίτες καλούνται να περιμένουν το επόμενο pass, την επόμενη ενίσχυση, αντί να διεκδικούν ένα πιο δίκαιο και σταθερό οικονομικό πλαίσιο. Πρόκειται για μια μετατόπιση που βολεύει την εξουσία, καθώς μετατρέπει τη συζήτηση από τα διαρθρωτικά προβλήματα σε αποσπασματικές παροχές.

Δεν είναι τυχαίο ότι όλα αυτά συμβαίνουν με φόντο μια διαρκώς πλησιάζουσα εκλογική αναμέτρηση. Τα διαγγέλματα, οι εξαγγελίες, τα μέτρα με άμεσο έστω και μικρό αντίκτυπο, συνθέτουν ένα σκηνικό που παραπέμπει περισσότερο σε προεκλογική στρατηγική παρά σε συνεκτικό σχέδιο οικονομικής πολιτικής. Η χρονική συγκυρία ενισχύει την εντύπωση ότι η προτεραιότητα δεν είναι η επίλυση των προβλημάτων, αλλά η διαχείριση της εικόνας.

Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει κατά πόσο μπορεί να διαρκέσει αυτή η ισορροπία; Για πόσο ακόμη οι πολίτες θα αρκούνται σε αποσπασματικές ενισχύσεις, όταν η καθημερινότητά τους επιβαρύνεται ολοένα και περισσότερο; Και κυρίως, πότε θα μετατοπιστεί η συζήτηση από τα «μέτρα ανακούφισης» στις ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται;

Διότι χωρίς αλλαγή κατεύθυνσης, το έργο θα συνεχίσει να επαναλαμβάνεται.  Θα έχουμε νέα διαγγέλματα, νέα pass, νέες υποσχέσεις μέχρι να οριστεί η ημερομηνία των εκλογών. Και στο τέλος, η ίδια πάντα  πραγματικότητα, πορτοφόλια που αδειάζουν, ανισότητες που διευρύνονται και μια οικονομική πολιτική που παραμένει εγκλωβισμένη στη λογική του πρόσκαιρου αντί του ουσιαστικού.

* Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας

Πηγή : documentonews.gr

από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια