Του Μανώλη Δουβίτσα
Ο προπαγανδιστικός ντόρος των τελευταίων ημερών γύρω από την πολυδιαφημισμένη αύξηση του κατώτατου μισθού και τα δήθεν μέτρα για την ακρίβεια αποτελούν μέρος μιας επικοινωνιακής προσπάθειας της κυβέρνησης της ΝΔ να κατασκευάσει ένα προφίλ που υποτίθεται πως αφουγκράζεται τις κοινωνικές ανάγκες και διαχειρίζεται το δυσβάσταχτο κόστος ζωής.
Ως προς την αύξηση του κατώτατου μισθού, από την 1η Απρίλη αυτός διαμορφώθηκε στα 920 ευρώ μικτά από τα 880 που ήταν προηγουμένως, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να συγκρίνει τον σημερινό μισθό με εκείνον του 2019 και να κάνει λόγο για σωρευτικές αυξήσεις της τάξης του 40%. Έτσι, με το ένα επιπλέον ευρώ τη μέρα, επιχειρεί να κλείσει το θέμα, λες και μέσα σε αυτά τα επτά χρόνια δεν έχει συμβεί τίποτα: ούτε ο πληθωρισμός, ούτε η εκτίναξη της ακρίβειας σε είδη πρώτης ανάγκης, ούτε η ενεργειακή φτώχεια, ούτε η ταυτόχρονη εκρηκτική κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου σε ενέργεια, τράπεζες και λιανεμπόριο.
Στην πραγματικότητα, αυτή η αύξηση κοροϊδία επικυρώνει έναν από τους βασικούς όρους αναπαραγωγής και ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού, τη διαρκή συμπίεση της εργασίας, μέσα σε μια συνθήκη όπου οι μισθοί εμφανίζονται να αυξάνονται, αλλά στην πράξη μένουν στάσιμοι ή και μειώνονται, καθώς υπολείπονται τόσο της ακρίβειας όσο και της κερδοφορίας. Η ίδια η βιωμένη πραγματικότητα επιβεβαιώνει ότι τέτοιου είδους «αυξήσεις» εξανεμίζονται στα ράφια των σούπερ μάρκετ, στους λογαριασμούς της ενέργειας και στα απλησίαστα ενοίκια, πριν καν γίνουν αντιληπτές.
Πέρα, όμως, από τη βιωμένη πραγματικότητα, τις θριαμβολογίες και τις κοροϊδίες της κυβέρνησης διαψεύδουν και οι ίδιες οι στατιστικές. Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται μαζί με τη Βουλγαρία στην τελευταία θέση της ΕΕ σε αγοραστική δύναμη, φτάνοντας μόλις το 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ο πληθωρισμός τον Μάρτιο σκαρφάλωσε στο 3,3% από 3,1% τον Φεβρουάριο, και οι εκτιμήσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής προειδοποιούν για περαιτέρω άνοδο, προς το 4% μέσα στη χρονιά.
Αυτά τα νέα δεδομένα έρχονται να προστεθούν σε ένα πλήθος άλλων στοιχείων που αφορον τις εξωφρενικές ανατιμήσεις βασικών αγαθών. Αν αναλογιστούμε ότι η αύξηση των ενοικίων από το 2019 άγγιξε σωρευτικά το 40%-50%, το κόστος της ενέργειας εκτοξεύτηκε επίσης κατά 40%-50% και οι γενικές αυξήσεις στα τρόφιμα κυμαίνονται στο 30%-35%, η εικόνα της κοινωνικής λεηλασίας ολοκληρώνεται. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα 771,67 ευρώ του καθαρού κατώτατου μισθού, που προκύπτουν από την πενιχρή κυβερνητική αύξηση, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αποτελέσουν βάση επιβίωσης και κάλυψης των στοιχειωδών αναγκών.
Αντίστοιχα, τα περίφημα «μέτρα για την ακρίβεια» αναπαράγουν τον ίδιο τον μηχανισμό της ακρίβειας, χωρίς να αγγίζουν ούτε κατά διάνοια τα πραγματικά της αίτια. Μέσω της μεταφοράς δημόσιου χρήματος σε επιχειρηματικούς ομίλους και μιας ελάχιστης ανακούφισης τύπου pass σε ορισμένους καταναλωτές, ούτε μειώνονται οι τελικές τιμές ούτε μπαίνει φρένο στην κερδοσκοπία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επιδότηση στα καύσιμα (από 25 ευρώ για τις μηχανές έως 60 ευρώ για τα αυτοκίνητα). Επιλέγοντας να μην παρέμβει στο κομμάτι της διύλισης, δηλαδή να μην αγγίξει τα υψηλά περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων, και αφήνοντας άθικτους τους υπέρογκους έμμεσους φόρους (ΕΦΚ και ΦΠΑ, που αντιστοιχούν σχεδόν στο 60% της τελικής τιμής), η κυβέρνηση επιτρέπει στους ενεργειακούς ομίλους να διατηρούν και να γιγαντώνουν την κερδοφορία τους. Δεν είναι τυχαίο ότι, την ώρα που το ενεργειακό κόστος γονατίζει τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, τα διυλιστήρια καταγράφουν αστρονομικά κέρδη (Motor Oil 757 εκατ. ευρώ, HelleniQ Energy πάνω από 500 εκατ.), αποδυκνείοντας ότι η ενεργειακή κρίση δεν αφορά όλους το ίδιο.
Όσον αφορά τις επιδοτήσεις ακτοπλοΐας, το κράτος απλώς διοχετεύει δημόσιο χρήμα στις εταιρείες, προκειμένου να διατηρηθούν οι ήδη απαγορευτικές τιμές, που δυσχεραίνουν τη ζωή των κατοίκων των νησιών και καθιστούν απαγορευτικές τις διακοπές για την κοινωνική πλειοψηφία. Η διαχρονική προτεραιότητα στα κέρδη των εφοπλιστών δεν παραχωρεί, ούτε σε αυτή την περίπτωση, τη θέση της στο δικαίωμα για φθηνές μετακινήσεις.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα της κυβερνητικής τακτικής και στον αγροτικό τομέα, όπου ανακοινώθηκε 15% επιδότηση στα λιπάσματα. Στην πραγματικότητα, όμως, το ποσοστό αυτό εφαρμόζεται στη συνολική αξία, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ (6%), οπότε η ουσιαστική ελάφρυνση στους παραγωγούς κυμαίνεται γύρω στο 9%. Αν αναλογιστεί κανείς ότι οι τιμές των λιπασμάτων έχουν εκτοξευτεί τα τελευταία χρόνια κατά 30%, ενώ μόνο για το 2025 καταγράφονται νέες ανατιμήσεις 14%-15%, δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι αυτή η παρέμβαση αποτελεί ουσιαστική ανακούφιση για τον κόσμο της μικρής και μεσαίας αγροτιάς, της οποίας το αγωνιζόμενο κομμάτι σέρνεται στα αγροτοδικεία. Και ενώ μεσάζοντες και σούπερ μάρκετ συνεχίζουν να καθορίζουν την τελική τιμή των τροφίμων ανενόχλητοι, η κυβέρνηση επιλέγει να μην παρέμβει, εμπιστευόμενη το «αόρατο χέρι της αγοράς» και αφήνοντας τα καρτέλ να εκμεταλλεύονται την κατάσταση σε βάρος των λαϊκών νοικοκυριών.
Η κυβέρνηση, πιστή σημαιοφόρος και εμπλεκόμενη με τον δικό της τρόπο στον πόλεμο στο Ιράν και την ευρύτερη Μέση Ανατολή, ποζάρει τώρα ως διαχειριστής των επιπτώσεών του. Το γεγονός, βέβαια, ότι τα μέτρα αυτά αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό και, στην ουσία, απλώς επιδοτούν τους ενεργειακούς ομίλους, τους εφοπλιστές και τα καρτέλ, φαίνεται να έχει μικρή σημασία. Υπό το βάρος των σκανδάλων του ΟΠΕΚΕΠΕ και των υποκλοπών, της δίκης-παρωδίας για τα Τέμπη, αλλά και των ίδιων των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου, η Νέα Δημοκρατία έχει επείγουσα ανάγκη να δείξει «ότι κάτι γίνεται», περνώντας σε μια επικοινωνιακή αντεπίθεση.
Έτσι, η πολεμική προετοιμασία με την κούρσα των εξοπλισμών και η άμεση εμπλοκή στον πόλεμο βαφτίζονται «επιχειρησιακή ετοιμότητα» και «αναβάθμιση του γεωπολιτικού ρόλου» της χώρας. Το πενιχρό συν ένα ευρώ τη μέρα παρουσιάζεται ως «κοινωνική μέριμνα». Και την ίδια στιγμή, η σιδερένια δημοσιονομική πειθαρχία βαφτίζεται «υπεύθυνη οικονομική πολιτική», παρότι χαλαρώνει μόνο για την εξυπηρέτηση του χρέους και τα εξοπλιστικά, παραμένοντας απόλυτα άτεγκτη όταν πρόκειται για ουσιαστικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών υπηρεσιών, των υποδομών, των μεταφορών και της προστασίας του λαού απέναντι στις κλιματικές καταστροφές…
Πηγή: kommon.gr


0 Σχόλια
Tο kozanara.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.