Ο κίνδυνος απώλειας της Μέσης Ανατολής και το στρατηγικό αδιέξοδο των ΗΠΑ


Του Γιάννη Χουβαρδά *

«Η ιστορία δεν καθορίζεται από τις βουλήσεις των ανθρώπων, αλλά από αμέτρητες μικρές αιτίες πέρα από τον έλεγχό τους.» Leo Tolstoy

Η επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν έχει συστημικά αίτια. Απορρέει από την απειλή που συνιστά η Κίνα και ο διαμορφούμενος Ευρασιατικός άξονας (Κίνα, Ρωσία, κα) στη πρωτοκαθεδρία τους στο καπιταλιστικό σύστημα. Σχετίζεται με την κρισιμότητα της δυτικής Ασίας στην κατανομή ισχύος [1] , με την άνοδο του Ιράν σε εξισορροποιητή [2] της «τάξης» των ΗΠΑ [3] και με τη σύμπλευση του με Κίνα, Ρωσία [4]. Αφορά τη φραγή ή τον έλεγχο ζωτικών οδών εμπορίου των τελευταίων [5], τη μόχλευση της Ευρασιατικής ολοκλήρωσης και του μαλακού υπογάστριου τους δια της κυριαρχίας στην Κασπία ή της αποσταθεροποίηση της [6], τη Δυτική στροφή ή διάλυση ενός στρατηγικού τους εταίρου, και τη θωράκιση της Αμερικανικής Μεσανατολικής αρχιτεκτονικής. Ουσιαστικά συνδέεται με την αμφισβήτηση της ηγεμονικής θέσης του κεφαλαίου των ΗΠΑ στη παγκόσμια αγορά και με τη σημασία του Ιράν στην εξέλιξη των διεθνών συσχετισμών.

Η επίθεση του Ισραήλ στο Ιράν εδράζεται επίσης σε αλλαγές στη κατανομή ισχύος. Απορρέει από την απειλή που ανέκυψε για το σχέδιο Μεγάλο Ισραήλ τον Οκτώβρη του 2023 μετά την αντεπίθεση των Παλαιστινιακών οργανώσεων της Γάζας [7], και από τη στρατηγική ευκαιρία που δημιούργησε η νέα κυβέρνηση στη Συρία για την ώθηση του το Δεκέμβρη του 2024 [8]. Το σχέδιο αυτό εκφράζει την ανάγκη μέρους του Εβραϊκού κεφαλαίου για μία κρατική βάση σε αντιστοιχία με τη διεθνή οικονομική του ισχύ, που θα το καθιστά άτρωτο σε αλλαγές σε άλλες χώρες δραστηριοποίησης [9]. Υλοποιείται με την απόπειρα ελέγχου κρίσιμων για τη παγκόσμια οικονομία ζωνών και οδών της Μέσης Ανατολής (εμπορίου, υδάτων, ενέργειας) αλλά και των απολήξεων τους σε Μεσόγειο, Ανατολία, Καύκασο/Κασπία, Περσικό Κόλπο, Άντεν, ανάλογα με τη διεθνοπολιτική συγκυρία και την εξέλιξη της ειδικής σχέσης με τις ΗΠΑ. Έχει αναφορά στη Σιωνιστική ιδεολογία και διδαχές Ραβίνων για το βιβλικό Ισραήλ. Το Ιράν ως πυρήνας ανταγωνιστικής σφαίρας επιρροής είναι σήμερα το κύριο εμπόδιο του. Ακόλουθα, ο πόλεμος μαζί του δένεται ουσιωδώς με τον κίνδυνο και μετά με την ευκαιρία για την προοπτική ανόδου του Ισραήλ σε μεγάλη δύναμη και σε αντιστοιχία με τη διεθνή θέση συγκεκριμένου τμήματος του Εβραϊκού κεφαλαίου.

Παράλληλα οι ΗΠΑ είναι μακράν το ισχυρό μέρος στη μεταξύ τους σχέση. Η θέση ότι άγονται από το Ισραηλινό λόμπι είναι έωλη. Τα έθνη-κράτη παραμένουν η βάση του «κόσμου» του κεφαλαίου [10]. Η αστική τάξη δε «χαρίζει» το κύριο μέσο ύπαρξης/ανάπτυξης της σε άλλες, όταν μάλιστα διατηρεί συντριπτική υπεροχή. Τα συμφέροντα του Εβραϊκού κεφαλαίου των ΗΠΑ είναι δεμένα μαζί τους [11], όχι με το Ισραήλ. Το Ισραήλ εξαρτάται σε καίριους τομείς από τις ΗΠΑ και δη από τη στρατιωτική τους ισχύ. Το σχέδιο Μεγάλο Ισραήλ στηρίζεται απ’ αυτές εφόσον και μόνο στο βαθμό που υπηρετεί τα συμφέροντα τους. Το Τελ-Αβίβ αδυνατεί να σταθεί ή να δράσει στρατιωτικά κατά του Ιράν αυτόνομα ή κόντρα στις ΗΠΑ (ίσως για μέρες μόνο). Αυτές μπορούν όμως να δράσουν μόνες και κόντρα στη θέληση του Ισραήλ. Επόμενα, η εκδήλωση/συνέχιση του πολέμου εξαρτάται απ’ τις ΗΠΑ και τα συμφέροντα τους [12].

Αντίθετα ο συγκεκριμένος χρόνος και τρόπος της επίθεσης ορίζεται από άλλες μεταβλητές. Ο πρώτος μπορεί να αφορά την επιρροή του Ισραηλινού λόμπι ή την τρωτότητα του Τραμπ σε εκβιασμό. Πιθανότερα όμως συνδέεται με την αυτοπεποίθηση που καλλιέργησε η δράση στη Βενεζουέλα, η ανεπαρκή αποτρεπτική τακτική του Ιράν [13] και οι πρόσφατες διαδηλώσεις εκεί, αλλά και οι πολιτικοί συσχετισμοί στις ΗΠΑ [14]. Αντίστοιχα ο τρόπος που επιλέχθηκε ίσως σχετίζεται με την αλαζονεία του Προέδρου αναφορικά με την αεροπορική ισχύ των ΗΠΑ, αν και η εμπιστοσύνη στη Μοσάντ, μάλλον επέδρασσε καθοριστικότερα. Σε κάθε περίπτωση η επιλογή σχετίζεται με το σκηνικό που υπήρχε πριν την 28η Φλεβάρη.

Σήμερα όμως έχουμε μία άλλη κατάσταση. Το Ιράν επιβίωσε, διατηρώντας τη θέληση για πόλεμο και ενισχύοντας τη θέση του. Η διεθνή οικονομία απειλείται με κρίση, λόγω του περιορισμού της κίνησης στο Ορμούζ [15] και των ζημιών ή των απειλών για πλήγματα σε υποδομές παραγωγής/επεξεργασίας υδρογονανθράκων, άλλων πρώτων υλών και κρίσιμων υλικών, αλλά και της μακροπρόθεσμης συμβολής αυτών των παραγόντων στην αύξηση του πληθωρισμού και σε ελλείψεις αγαθών. Η εμπιστοσύνη των αγορών σχετικά με τις εξελίξεις μετατοπίζεται από το λόγο του Λευκού Οίκου στο λόγο των «Φρουρών της Επανάστασης» (IRGC), καθώς οι αντιφατικές-ασόβαρες δηλώσεις του Προέδρου και των υπουργών του και η αναντιστοιχία τους με την κατάσταση στο πεδίο τους στερούν αξιοπιστία. Οι υποδομές του Ιράν (στρατιωτικές, πολιτικές, διοικητικές, οικονομικές), έχουν δεχθεί χιλιάδες επιθέσεις από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ [16]. Σε αυτό το πλαίσιο οι ΗΠΑ επαναξιολογούν τις επιλογές τους.

Η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν περνά σε δεύτερη μοίρα. Αντίθετα ιεραρχείται μία συμφωνία για τον περιορισμό/έλεγχο της στρατιωτικής ισχύος και περιφερειακής επιρροής του. Δηλαδή επιδιώκεται η ίδια συνθήκη που διεκδικούσαν στις προπολεμικές συνομιλίες αλλά και στο πλαίσιο της απόπειρας αλλαγής καθεστώτος, και την οποία θεωρούν αναγκαία για την ικανοποίηση των συστημικών τους στόχων (1η παράγραφος). Η λήξη του πολέμου και ορισμένη οικονομική συνεργασία δίνονται ως καρότο σε αυτό το σκοπό, ενώ οι απειλές για μεγάλα πλήγματα στις υποδομές ενέργειας και νερού του Ιράν δείχνονται ως μαστίγιο [17]. Όμως το τελευταίο αρνείται να διαπραγματευτεί. Αντίθετα απειλεί με παγκόσμιο οικονομικό-ενεργειακό χάος και με καταστροφή των οικονομιών του Κόλπου αν δεχθεί τέτοιες επιθέσεις [18]. Θέτει όρο για συνομιλίες μία ατζέντα που δημιουργεί τις συνθήκες για την κυριαρχία του στη δυτική Ασία [19]. Ως συνέπεια οι ΗΠΑ βρίσκονται σε αδιέξοδο.

Η περιορισμένη χερσαία επίθεση είναι η μία επιλογή που εξετάζουν για να βγούνε απ’ αυτό. Η έλευση αποβατικών δυνάμεων, πέρα από μέσο άσκησης ψυχολογικής πίεσης, υπηρετεί σχέδια κατάληψης νησιών, ή/και ακτών, ή/και λιμένων, για τον έλεγχο του εμπορίου και των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν [20] και την εξομάλυνση στο Ορμούζ. Επίδικο η εξώθηση του καθεστώτος σε αποδοχή των Αμερικανικών όρων τερματισμού του πολέμου ή η πρόκληση συνθήκων ευνοϊκών για την ανατροπή του. Όμως η γεωγραφία και η αμυντική τακτική και διάταξη του Ιράν μειώνουν αρκετά την πιθανότητα τελεσφόρηση τους [21]. Ακόμη και τότε όμως το πιθανότερο σενάριο είναι ο εμφύλιος πόλεμος και η ώθηση Κίνας και Ρωσίας σε πιο βαθιά ανάμειξη για την προστασία ζωτικών οδών εμπορίου και κρίσιμων ζωνών για τη σταθερότητα και εδαφική ακεραιότητα τους [22]. Στο καλό σενάριο οι ΗΠΑ θα «δεσμευτούν» σε μία χρονοβόρα και απρόβλεπτη, διά αντιπροσώπων, σύγκρουση με Ρωσία και Κίνα. Στο κακό σενάριο θα έρθουν αντιμέτωπες με μία στρατηγική στρατιωτική ήττα, για την αποφυγή της οποίας θα μπούνε στον πειρασμό ολικής χερσαίας επίθεσης ή/και χρήσης πυρηνικών. Έτσι, το αμφίβολο όφελος της όποιας αποσταθεροποίησης του Ιράν συνεπάγεται το μεγάλο ρίσκο μίας στρατηγικής ζημιάς ή κολοσσιαίας κλιμάκωσης, σταδιακά ή απότομα.

Άλλη επιλογή είναι ο συμβιβασμός. Τυχόν αποτυχία των βομβαρδισμών ίσως ακολουθηθεί από αποδοχή ορισμένων Ιρανικών αξιώσεων και ενός αναβαθμισμένου ρόλου της Κίνας ή/ και της Ρωσίας στη περιοχή. Ζητούμενο θα είναι κάποια συνέχεια στη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ και στην επέκταση του Ισραήλ στη δυτικά Ασία, ως βάση παράτασης μεσοπρόθεσμα της εμπορίας του πετρελαίου σε δολάρια και ορισμένου ελέγχου τους σε εμπορικές οδούς. Μία συνθήκη που επιτρέπει φιλοδοξίες «αντεπίθεσης» στην περιοχή ή αλλού στη συνέχεια. Τίμημα θα έχει τη σαφή μείωση του στρατιωτικού αποτυπώματος τους και των κινήσεων του Ισραήλ, με συνέπεια τη θεμελίωση μίας νέας περιφερειακής οικονομικής «τάξης» με πυρήνα το Γουάν και τους INSTC, BRI, και με το Ιράν κύριο εμπορικό κόμβο, αλλά και την εμπέδωση της Ευρασιατικής ολοκλήρωσης υπό Σινορωσική ηγεσία και συνεργασίαιδίως αν συνοδευτεί απ’ άλλες υποχωρήσεις των ΗΠΑ σε Ουκρανία, διεθνή ενεργειακή τροφοδοσία, διεθνές εμπόριο, Ειρηνικό [23]. Μία κατάσταση άκρως υπονομευτική για την πρωτοκαθεδρία τους. Βεβαίως και σε αυτή την περίπτωση, η συμφωνία Κίνας, Ρωσίας και Ιράν είναι αμφίβολη. Οι πρώτες ίσως αποτιμήσουν τα δεδομένα ως ευκαιρία για μία άμεση «απαλλαγή» από την «ηγεμονία» των ΗΠΑ, ιδίως αν εκτιμήσουν ως αναπόφευκτη την αναμέτρηση μαζί τους στο εγγύς μέλλον. Διαφορετικά θα επιχειρήσουν να «πείσουν» το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου, όμως η επιτυχία τους εξαρτάται από τα μέσα που διαθέτουν. Αν το Ιράν μπορεί να πολεμήσει εντελώς μόνο, τότε ο πειρασμός της επιμονής στη διεκδίκηση ενός status quo που θα το καθιστά κυρίαρχο στη δυτική Ασία και θα το αναβαθμίζει στη τριγωνική σχέση τους θα είναι μεγάλος [24]. Συνεπώς η υιοθέτηση αυτής της επιλογής θα σημάνει την άμεση και σημαντική υπονόμευση της διεθνούς θέσης των ΗΠΑ άμεσα, για την επίτευξη δυνατότητας αμφίβολου αξιώσεων αντεπίθεσης στο μέλλον.

Τέλος υπάρχει η επιλογή της απεμπλοκής από τις επιθέσεις. Ένα της ενδεχόμενο θα ήταν η υλική μόνο στήριξη των ΗΠΑ στο Ισραήλ και άλλους εταίρους, με σκοπό την ήττα του Ιράν σε ένα πόλεμο τριβής που το τίμημα θα σήκωναν τρίτοι. Όμως αυτό δείχνει αδύνατο, διότι το Ιράν θα διευκολυνόταν στην αντιμετώπιση των επιτιθέμενων και δε θα είχε λόγο να λήξει την ομηρία της οικονομίας ή τα πλήγματα σε στόχους των ΗΠΑ [25]. Το άλλο ενδεχόμενο αφορά τη διακοπή του πολέμου. Τότε οι επιδιώξεις των ΗΠΑ θα περιοριζόταν στην ομαλοποίηση της οικονομίας και στη διάσωση του status quo της 28η Φλεβάρη. Όμως και αυτά φαντάζουν δύσκολα, διότι η ζημιά στην οικονομία έχει ήδη μακροπρόθεσμες συνέπειες και το Ιράν έχει ισχυρά κίνητρα για τη συνέχιση του πολέμου. Αυτά αφορούν τις καταστροφές που υπέστη και την αναξιοπιστία των ΗΠΑ, Ισραήλστοιχεία που συντηρούν θέμα επιβίωσης για το καθεστώτος όσο επιμένει η ίδια αρχιτεκτονική «ασφαλείας» και δε του αποδίδονται τέλη από το Ορμούζ και πολεμικές αποζημιώσεις, αλλά και την αποτυχία των ΗΠΑ στη διαχείριση των πυραύλων και UAV’s τουπου ευνοεί την διεκδίκηση περιφερειακής κυριαρχίας. Ως εκ τούτων, οι συγκεκριμένες επιλογές έχουν πολύ μικρές πιθανότητες επιτυχίας.

Έτσι, οι ΗΠΑ βρίσκονται μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις. Η απεμπλοκή από τις επιθέσεις, στα πλαίσια λήξης του πολέμου ή του περιορισμού τους μόνο στην υλική στήριξη εταίρων, αλλά και ο συμβιβασμός, έχουν μικρή πιθανότητα επιτυχίας και μεγάλο κόστος αντίστοιχα. Από την άλλη η χερσαία εισβολή ενέχει μεγάλα ρίσκα, όμως η πιθανότητα νίκης, έστω σε βάθος χρόνου, επαρκεί για τη δοκιμή της. Γι’ αυτό είναι η πιο πιθανή επιλογή, ενώ αντιστοιχεί περισσότερο στην απειλή που δέχεται η διεθνής πρωτοκαθεδρία τους. Η διατήρηση της τελευταίας είναι ζωτική για την ασφάλεια της ηγεμονικής θέσης του καπιταλισμού των ΗΠΑ στη διεθνή αγορά [26]. Εξού νοηματοδοτείται και ιεραρχείται απ’ όλες τις μεταψυχροπολεμικές κυβερνήσεις και κρατικές δομές τους ως εθνικό συμφέρον. Όμως, οι καλές κινήσεις για την υπεράσπιση της δείχνουν να έχουν εκλείψει.

Ως συνέπεια οι αντιθέσεις στο εσωτερικό του Αμερικανικού κεφαλαίου οξύνονται. Η διαπάλη αφορά το ποια τμήματα θα κληθούν να σηκώσουν το μεγαλύτερο βάρος και ρίσκο στις κακές επιλογές που έχει μπροστά του το κράτος των ΗΠΑ. Η διαμάχη για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας και την εξωτερική της πολιτική εντείνεται [27]. Η σχέση με το Ισραήλ [28] και η στάση τους στη Μέση Ανατολή δένονται πιο στενά μαζί της Οι MAGA συγκλονίζονται από διαμάχες, ενώ η κλιμάκωση των ταξικών αντιθέσεων ωθεί απώλειες συνολικά στο χώρο. Ανακατατάξεις αναμένονται σε όλο το πολιτικό φάσμα, ενώ η στροφή διαφόρων πολιτικών κέντρων στην κινητοποίηση μαζών, στη πόλωση, στη πολιτικοποίηση ή/και την υπονόμευση κρατικών και διοικητικών θεσμών/οργάνων διαφαίνεται στον ορίζοντα. Η σταθερότητα στην πάλαι ποτέ μητρόπολη του καπιταλισμού δεν είναι δεδομένη.

Συνοψίζοντας, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αφορά τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Απορρέει απ’ την αμφισβήτηση της διεθνούς πρωτοκαθεδρίας τους και τη σημασία της δυτικής Ασίας και του Ιράν στη διεθνή κατανομή ισχύος [29] . Παρότι η μεγέθυνση του Ισραήλ περιλαμβάνεται στο διακύβευμα του πολέμου, εν τούτοις αυτή εξαρτάται/υποτάσσεται από/στα συμφέροντα των ΗΠΑ. Οι ιδιοτροπίες των ηγετών, η επιρροή του Ισραήλ στις ΗΠΑ, ίσως επηρέασαν το χρόνο και το τρόπο της επίθεσης, που επιλέχθηκαν βάσει της εικόνας του κόσμου την 28η Φλεβάρη. Αυτή άλλαξε μετά την αποτυχία αλλαγής καθεστώτος και επιβολής όρων λήξης του πολέμου στο Ιράν. Πλέον οι ΗΠΑ είναι σε δύσκολη θέση. Όχι γιατί θίγεται η εικόνα τους [30], αλλά γιατί κινδυνεύει ο έλεγχος τους στις οδούς εμπορίου και στο πετρέλαιο της περιοχής, καθώς αμφισβητούνται οι βάσεις τους και η επέκταση του Ισραήλ. Η απειλή στην πρωτοκαθεδρία τους γιγαντώνεται, με συνέπεια να βρίσκονται μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις [31]. Λιγότερο κακή απ’ αυτές είναι η όξυνση του πολέμου και η χερσαία εισβολή. Επακόλουθα και ειρωνικά η εσωτερική διαμάχη στις ΗΠΑ οξύνεται και η σταθερότητα διαταράσσεται.

Οι άνθρωποι έχουν σχέδια· η ιστορία έχει χιούμορ.

[1] Είναι η μεγαλύτερη πηγή υδρογονανθράκων διεθνώς, όταν αυτοί παραμένουν η βάση της βιομηχανικής οικονομίας και ενώ η τιμολόγηση και εμπορία του πετρελαίου σε δολάριο είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της κυριαρχίας αυτού ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα. Διαθέτει σημαντικά ορυκτά, κρίσιμα για την υψηλή τεχνολογία και την πράσινη μετάβαση, ενώ η Κίνα ασκεί καθοριστική επιρροή στη διεθνή τροφοδοσία. Διασχίζεται από κρίσιμες μεταφορικές αρτηρίες που ενώνουν Ευρώπη και Ασία, αλλά και τις θερμές θάλασσες και την ενδοχώρα της «παγκόσμιας νήσου» (Αφρική και Ευρασία) με την Αρκτική. Τα χερσαία και θαλάσσια «σημεία πνιγμού» που αφορά είναι στρατηγικά για το εμπόριο και τις στρατιωτικές ισορροπίες.

[2] Το Ιράν ασκεί καθοριστική επιρροή στην πολιτικοστρατιωτική οργάνωση Χεσμπολά στο Λίβανο, που ελέγχει το νότο της χώρας και τα σύνορα με το Ισραήλ και διαχρονικά πρωταγωνιστεί στη πολιτική σκηνή. Αντίστοιχη επιρροή έχει στις ένοπλες Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης (PMF) του Ιράκ, οι οποίες από το 2017 είναι επίσημα ενταγμένες στις Ιρακινές ένοπλες δυνάμεις και αποτελούν στήριγμα φιλοιρανικών πολιτικών κομμάτων με πολύ ισχυρή εκπροσώπηση στα κέντρα εξουσίας. Είναι σύμμαχος των Χούθι που ελέγχουν τη βορειοδυτική και πιο πολυπληθή Υεμένη, την πρωτεύουσα Σανιαά, όπως ήταν και σύμμαχος της κυβέρνησης Άσαντ στη Συρία κάτι που του επιτρέπει σχέσεις με θύλακες υποστηρικτών της στη χώρα. Συνεργάζεται με ένοπλες Παλαιστινιακές οργανώσεις όπως η Χαμάς και η Ισλαμική Τζιχάντ. Αναπτύσσει ισχυρό πυραυλικό-βαλλιστικό οπλοστάσιο. Κατέκτησε σημαντικές ικανότητες στον εμπλουτισμό ουρανίου στα πλαίσια του πυρηνικού του προγράμματος.

[3] Η τάξη αυτή έχει ως «ακρόπολη» το Ισραήλ και «φυλάκια» την Τουρκία και τις Μοναρχίες του Περσικού Κόλπου.

[4] Το Ιράν μετέχει σε εμπορικές οδούς που συνδέουν τη Κίνα με την Ευρώπη (BRI) και τη Ρωσία με τις θερμές θάλασσες και την Ινδία (INSTC). Μετέχει σε οργανισμούς οικονομίας (BRICS) και «ασφάλειας» (SCO) που ωθούν οι δύο δυνάμεις και υπονομεύουν τη θέση του δολαρίου ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος και το ρόλο του ΝΑΤΟ ως πλανητικού χωροφύλακα. Αξιοποιεί τα σημαντικά κοιτάσματα πετρέλαιο και φυσικού αερίου του με τρόπο ευνοϊκό για την ισχυρή θέση της Ρωσίας ως παραγωγού υδρογονανθράκων στην αγορά ενέργειας, αλλά και για την ενεργειακή ασφάλεια της Κίνας ως καταναλωτή. Ο έλεγχος του σε αποθέματα χαλκού και άλλων ορυκτών μειώνει την ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ στην κούρσα για την υπεροχή στην υψηλή τεχνολογία και την «πράσινη μετάβαση». Ο βαθμός κυριαρχίας και τα κυριαρχικά του δικαιώματα στο Στενό του Ορμούζ και στο νότιο τμήμα της Κασπίας του χαρίζει επιρροή και έλεγχο στην εμπορική σύνδεση Τουρκίας-Κεντρικής Ασίας-Κίνας (MC) και στη θαλάσσια εμπορική σύνδεση της Ευρώπης με Κίνα (σκέλος BRI), Ινδία (σχέδιο IMEC). Παρέχει κρίσιμα υλικά στη Ρωσία για στρατιωτική δράση στην Ουκρανία (UAV’s).

[5] Οι οδοί εμπορίου Κίνας και Ρωσίας που αφορούν το Ιράν αυξάνουν τη σημασία τους όσο μαίνεται ο εξοστρακισμός της Ρωσίας από τις αγορές της Ευρώπης, όσο απειλούνται (MC, οδός Πακιστάν) ή αποδυναμώνονται (Ρωσική οδός) άλλα σκέλη της BRI λόγω της διένεξης Πακιστάν-Αφγανιστάν και του πολέμου στην Ουκρανία, και όσο επιμένει το θέμα της Ταϊβάν και η ναυτική ισχύ των ΗΠΑ απειλή την Κίνα με άρνηση εξόδου από τη πρώτη συστάδα νησιών στον Ειρηνικό ή με άρνηση πρόσβασης στο στενό της Μαλάκκα.

[6] Τυχόν αλλαγή του status quo στην Κασπία θα ευνοήσει κακόβουλες επιρροές για την εδαφική ακεραιότητα της Ρωσίας στον Καύκασο και για την επιρροή αυτής και της Κίνας στην Κεντρική Ασία, η σταθερότητα της οποίας συνδέεται με τη κυριαρχία τους στη Σιβηρία (Ρωσία) και στην επαρχία Σιν-Γιανγκ (Κίνα).

[7] Τα γεγονότα ενταφίασαν την προοπτική «ειρηνικής» συνέχισης της κατοχής των Παλαιστινίων της Δυτικής Όχθης και φυλάκισης/αποκλεισμού αυτών της Γάζας, ενώ «πάγωσαν» τη προοπτική εξομάλυνσης των σχέσεων Σαουδικής Αραβίας-Ισραήλ και τα προωθημένα «παζάρια» για μία συμφωνία Ιράν-ΗΠΑ αναφορικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του πρώτου, μία διαδικασία που ωθούσε την Τεχεράνη σε μία πιο συγκρατημένη στάση στο Παλαιστινιακό. Αντίστοιχα ώθησαν τάσεις εξέγερσης στη Δυτική Όχθη και μία ορισμένη εμπλοκή της Χεσμπολά στις εχθροπραξίες (για τον αντιπερισπασμό του Ισραήλ από τη γενοκτονία που ξεκινούσε στη Γάζα προς τη μεθόριο με το Λίβανο), όταν ο Άσαντ είχε επιβεβαιώσει την εξουσία στη Συρία και φίλο-Ιρανικές οργανώσεις είχαν εγκατασταθεί κοντά στο Γκολάν, οι Άραβες του Ισραήλ έδειχναν σημάδια ανυπακοής στο κράτος, οι σχέσεις των ΗΠΑ με Κίνα και Ρωσία ήταν σε ελεύθερη πτώση ένεκα των τριβών μαζί τους σε Ουκρανία και Ταϊβάν, και ενώ η Αμερικανική προσοχή εστίαζε στα δύο αυτά μέρη. Την ίδια περίοδο το αίτημα για ανεξάρτητο Παλαιστινιακό κράτος ωρίμαζε και στις κοινωνίες εκτός της Μέσης Ανατολής, κάτι που εκφράστηκε στη συνέχεια στις περιπέτειες του Ισραήλ με τη διεθνή δικαιοσύνη και στην κοινωνική πίεση που είχαν οι κυβερνήσεις που το στήριζαν, ενώ η «ενότητα» ηγεσίας και λαού σε αυτό «δοκιμαζόταν» από τις κοινωνικές συνέπειες του πολέμου, τη χαμηλή δημοτικότητα και τα προβλήματα του Νετανιάχου με τη δικαιοσύνη.

[8] Η απογύμνωση της Συρίας από τους μαχητές της Χεσμπολά λόγω του πολέμου με το Ισραήλ και η απροθυμία του Ιράν και της Ρωσίας να εμπλακούν άμεσα σε στρατιωτικές περιπέτειες στη Μεσοποταμία και στο Λεβάντε άνοιξε την πόρτα της προέλασης προς τη Δαμασκό στους εταίρους της Τουρκίας τζιχαντιστές, κατόπιν συντονισμού της τελευταίας με το Ισραήλ. Ως συνέπεια η περιφερειακή αρχιτεκτονική «ασφάλειας» του Ιράν δέχθηκε ισχυρό πλήγμα. Η χερσαία και από αέρος γραμμή εφοδιασμού της Χεσμπολά «χάθηκε» και η οργάνωση κλήθηκε να ανασυγκροτηθεί από τον πόλεμο και να διαχειριστεί την «ειρήνη» με το Ισραήλ από δυσμενείς θέσεις, δεχόμενη πίεση για αφοπλισμό. Οι PMF και οι φιλό-Ιρανικές δυνάμεις στο Ιράκ πιέστηκαν αντίστοιχα και υποχώρησαν από κέντρα εξουσίας. Οι Παλαιστινιακές οργανώσεις στη Γάζα βρέθηκαν απομονωμένες και ευάλωτες στην επιρροή δρώντων που ανήκουν στην ίδια αρχιτεκτονική ασφαλείας με το Ισραήλ (Τουρκία, Κατάρ) και παρά τις αντιθέσεις μαζί του. Αποθρασυσμένο το Ισραήλ και με τη στήριξη των ΗΠΑ κλιμάκωσε τα χτυπήματα ενάντια στο ίδιο το Ιράν και στο έδαφος του, με προϊόν τον «πόλεμο των 12ημερών».

[9] Η εμπειρία των διώξεων που βίωσαν ιστορικά οι Εβραϊκές κοινότητες, συμπεριλαμβανομένης της Εβραϊκής αστικής τάξης, σε διάφορες χώρες, με πλέον επώδυνη το ολοκαύτωμα, συμβάλλει στην ένταση της συγκεκριμένης αναζήτησης.

[10] Μάλιστα μετά την διεθνή οικονομική κρίση του 2008 και κυρίως μετά την εκδήλωση της πανδημίας η περιορισμένη τάση ενίσχυσης υπερκρατικών ή/και υποκρατικών «υποκειμένων» φαίνεται να υποχωρεί σημαντικά.

[11] Έχουν αναφορά σε Αγγλοσαξονικά-Προτεσταντικάφιλελεύθερα, κοσμικά, εθνικιστικά, μεσσιανικάαφηγήματα.

[12] Η κατοχή της Παλαιστίνης και οι κινήσεις και διαθέσεις του Ισραήλ για την επέκταση των συνόρων και της επιρροής του πολύ πέραν της πραγματικότητας του 1967 θα ήταν αδύνατες δίχως τη στήριξη των ΗΠΑ. Όμως η πλήρη υλοποίηση του βιβλικού Ισραήλ (αν υπάρχει «σύνορο» σε αυτή τη μυθοπλασία) συνεπάγεται την ανάδειξη του σε παγκόσμια δύναμη και άρα σε ανταγωνιστή της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ στον κόσμο, εξέλιξη που υπονομεύει τα συμφέροντα τους. Εκτός αν οι ΗΠΑ συγχωνευθούν μαζί του, το καταλάβουν δηλαδή, αλλά τότε θα υπηρετεί τα συμφέροντα του Αμερικανικού, όχι τμήμα του Εβραϊκού κεφαλαίου. Η επιμονή του Τελ-Αβίβ στη συνεργασία με τη Κίνα και σε ορισμένη διαφοροποίηση των διεθνοπολιτικών του εταίρων εκφράζει και αυτό το φόβο, πέραν της ανησυχίας εγκατάλειψης του από τις ΗΠΑ σε κάποιο σημείο, ακριβώς γιατί τα συμφέροντα τους δε ταυτίζονται. Αντίθετα το ενδεχόμενο «συγχώνευσης» δείχνει συμβατό με τη ρητορική Τραμπ για αύξηση των πολιτειών των ΗΠΑ, και με την ισχυροποίηση χριστιανοσιωνιστικών κύκλων στο κράτος, με «άκρες» σε μεγάλα επιχειρηματικά κέντρα. Εξού το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν αναφορές σε Ισραηλινά μέσα για σκέψεις μεταφοράς των βάσεων των ΗΠΑ από τον Περσικό Κόλπο στο Ισραήλ.

[13] Η τακτική του Ιράν να μη εξαντλεί τα περιθώρια εξισορρόπησης των εναντίον του δράσεων από ΗΠΑ και Ισραήλ από το φόνο Σολεϊμανί και έπειτα, το έθετε αντιμέτωπο διαρκώς με νέες επιθέσεις και από χειρότερες θέσειςΓάζα, Λίβανος, Συρία, «Πόλεμος 12ημερών», δίνοντας την εντύπωση μεγάλης τρωτότητας.

[14] Σε αντίθεση με την κυβέρνηση Μπάιντεν που επιζητούσε την απονεύρωση του Ευρασιατικού άξονα μέσω ορισμένης προσέγγισης στο Ιράν, της άσκησης μέγιστης πίεσης στη Ρωσία και μίας προσεκτικής και μακράς τακτικής ανάσχεσης της Κίνας, η διοίκηση Τραμπ επανήλθε στη στοχοποίηση του Ιράν, σε ορισμένη προσέγγιση της Ρωσίας και σε μια αποφασιστική και άμεση απόπειρα περιορισμού της Κίνας. Η κυριαρχία Τραμπ στο πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ ευνοεί την υλοποίηση της προσέγγισης του στην εξωτερική πολιτική.

[15] Διακοπή ροής υδρογονανθράκων, λιπασμάτων, αλουμινίου κ.α. προς χώρες που το Ιράν θεωρεί εχθρικές, και διέλευση πλοίων μόνο μετά από συνεννόηση μαζί του, ενώ το δικό του πετρέλαιο εξέρχεται του Στενού.

[16] Πέρα από την απόπειρα αποδιοργάνωσης του στρατού και του διοικητικού μηχανισμού του Ιράν τα πλήγματα Ισραήλ, ΗΠΑ, επεκτείνονται σε υποδομές σχετικές με τη βιομηχανική του βάση, αλλά και σε αυτές που αφορούν άμεσα ή έμμεσα την καθημερινότητα των πολιτών και τη συνοχή της Ιρανικής κοινωνίας.

[17] Έτσι μεταφράζεται η πρόταση 15 σημείων που έστειλαν στο Ιράν, που συνοψίζεται ως απαίτηση για την εγκατάλειψη από μέρος του της διαδικασίας εμπλουτισμού ουρανίου, τον περιορισμό/έλεγχο του βαλλιστικού του οπλοστασίου, την απομάκρυνση του από τις ένοπλες οργανώσεις που στηρίζει στην περιοχή, με αντάλλαγμα την άρση κάποιων κυρώσεων.

[18] Το Ιράν απέδειξε ότι μπορεί να πλήξει πηγές ενέργειας, υποδομές αφαλάτωσης, διύλισης, μεταφοράς και αποθήκευσης ενέργειας και άλλων πρώτων υλών και κρίσιμων υλικών σε όλη τη Μέση Ανατολή. Ακόλουθα η αποστέρηση της διεθνούς οικονομίας από τους υδρογονάνθρακες, τα λιπάσματα και το αλουμίνιο της Μέσης Ανατολής για εύλογο διάστημα, αλλά και των χωρών του Κόλπου από ζωογόνο νερό, είναι πολύ πιθανό σενάριο αν κλιμακωθούν αντίστοιχες επιθέσεις σε Ιρανικές υποδομές.

[19] Αυτό συνεπάγεται η αντιπρόταση του Ιράν για τερματισμό του πολέμου με όρους την αποζημίωση του για καταστροφές που δέχθηκε, εγγυήσεις για τη μη επανάληψη εναντίον του επίθεσηςαπαίτηση που συνδέεται με αιτήματα κορυφαίων αξιωματούχων για αποχώρηση των βάσεων των ΗΠΑ από την περιοχή, τον τερματισμό του πολέμου σε όλα τα μέτωπα που εμπλέκονται εταίροι του Ιράνγεγονός που θέτει ως μέγιστο όριο έκτασης/επιρροής του Ισραήλ τα σημεία που βρισκόταν πριν την 28η Φεβρουαρίου, το δικαίωμα χρήσης/ανάπτυξης πυρηνικής ενέργειας βάσει των προνοιών του ΟΗΕ, τη κατοχύρωση de jure ελέγχου στο Στενό του Ορμούζίσως επιβολή διοδίων σε νόμισμα και αξία που θα ορίσει η Τεχεράνη (κάποιου είδους «εθνικοποίηση» του Στενού) γενικά ή σε όσες χώρες συμμετέχουν σε εναντίον του κυρώσεις.

[20] Η νήσος Χααργκ είναι ο βασικός σταθμός εξαγωγής του Ιρανικού πετρελαίου. Το λιμάνι του Μπαντάρ Αμπάς είναι μία από τις μεγάλες πύλες του Ιρανικού εμπορίου και κόμβος στον INSTC. Τα νησιά κοντά του ορίζουν τους διαδρόμους κυκλοφορίας στο στενό του Ορμούζ. Ως εκ τούτων η Αμερικανική επιχείρηση αναμένεται να αφορά αυτούς τους στόχους.

[21] Ασύμμετρες δυνατότητες του Ιράν αναφορικά με την ισχύ του στη θάλασσα και πολυπληθείς πολιτοφυλακές, τα ψηλά βουνά εγγύς των ακτών του Κόλπου, καθιστούν αμφίβολη την κατάληψη νήσων ή πόλεων και τη δημιουργία σταθερού προγεφυρώματος ικανού να υποστηρίξει με αξιώσεις στρατιωτικές δράσεις αντιφρονούντων ή/και αποσχιστικών ομάδων, ενώ οι εταίροι του Ιράν στο Σιιτικό άξονα αποδεικνύονται ικανοί να προκαλούν περιφερειακή αστάθεια και να απειλούν καθεστώτα [η Χεσμπολά προκαλεί σημαντική φθορά και δεσμεύει το Ισραήλ στο νότιο Λίβανο. Οι PMF προκαλούν αντιπερισπασμούς στις ΗΠΑ και λειτουργούν ως Ιρανική ασπίδα απέναντι σε εχθρικές οργανώσεις στο Ιράκ, ενώ με πλήγματα σε Ιορδανία, Συρία δυσχεραίνουν τη βαθύτερη εμπλοκή αυτών των χωρών στον πόλεμο. Οι Χούθι συνδράμουν τις πυραυλικές επιθέσεις στο Ισραήλ από την Υεμένη και θα κλείσουν το Στενό του Μπαμπ Ελ Μαντέπ, νεκρώνοντας το Σουέζ, αν το Ιράν δεχθεί εισβολή, χτυπώντας επίσης στόχους στη Σαουδική Αραβία κ.α. Φιλοιρανικές δράσεις εξελίσσονται ήδη σε Μπαχρέιν και Κουβέιτ από Σιιτικά στοιχεία (η πλειοψηφία του πληθυσμού στις μεγάλες πετρελαιοπηγές της Σαουδικής Αραβίας είναι επίσης Σιίτες), τα οποία θα κινηθούν ενάντια στις εκεί Μοναρχίες σε αυτήν την περίπτωση. Η τελευταία δύναται να συνοδευτεί από αντίστοιχες πολεμικές επιχειρήσεις του Ιράν στη δυτική πλευρά του Κόλπου (Κουβέιτ, πετρελαιοπηγές Σαουδικής Αραβία, Μπαχρέιν, Κατάρ, ΗΑΕ)]

[22] Οι δύο δυνάμεις θα κινητοποιηθούν για την προάσπιση των INSTC (Ρωσία) και BRI (Κίνα) και για τη διατήρηση ενός ευνοϊκού status quo στην Κασπία, αλλά και για να σπρώξουν όσο βαθύτερα μπορούν τις ΗΠΑ στο «βάλτο» που μόνες εγκλωβίστηκαν. Η συνεχή αναβάθμιση των χτυπημάτων του Ιράν κατά την εξέλιξη του πολέμου πιθανά να οφείλεται στην αναβάθμιση της συνεργασίας του μαζί τους σε τομείς όπως πληροφορίες, τηλεπικοινωνίες, παροχή υλικού, καθώς οι δύο χώρες επιβεβαίωσαν την αξιοπιστία του ως παράγοντα ικανού να «ματώσει» τις ΗΠΑ.

[23] Μία διακριτή μείωση της θέσης των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην αρχιτεκτονική «ασφαλείας» της περιοχής θα μειώσει την διάθεση συνεργασίας άλλων χωρών μαζί τους, ωθώντας αυτές προς Κίνα, Ρωσία και σε ορισμένη συγκαταβατικότητα προς το Ιράνανοίγοντας το δρόμο της αποδολαριοποίησης του πετρελαίου, της ανακατεύθυνσης των επενδύσεων του Κόλπου μακριά από τις ΗΠΑ και την «απελευθέρωση» του εμπορίου της περιοχής από τις βάσεις και τα πλοία αυτών ή/και από σχέδια ελέγχου τους από το στρατό του Ισραήλ. Ήδη η Κίνα ανέλαβε μεσολαβητικό ρόλο στις σχετικές διεργασίες που εξελίσσονται στο Πακιστάν. Αντίστοιχα αυτή η εξέλιξη, όπως και τα ανταλλάγματα αλλού που θα καταβάλουν οι ΗΠΑ για την επίτευξη της, θα αποδυναμώσει συνολικά τη θέση τους στο κόσμο, δη στην Ευρασία, ωθώντας συμμάχους (ΕΕ, Ιαπωνία, Ν. Κορέα, ΗΒ, Τουρκία) και εταίρους (Ινδία) σε αυτόνομες-«ανυπάκουες» πολιτικές

[24] Η επίθεση των ΗΠΑ, Ισραήλ στο Ιράν, εν μέσω διαπραγματεύσεων και πάλι, αλλά και έπειτα από μακράν περίοδο κατευναστικής τακτικής του τελευταίου, με συνέπεια το θάνατο σημαντικού μέρους της ηγεσίας του, ωθεί την Ισλαμική πολιτική τάξη να κατανοεί ως αδύνατη την ειρηνική συνύπαρξη με τις ΗΠΑ όσο παραμένουν ισχυρές στη δυτική Ασία. Παράλληλα η αποκέντρωση της πολεμικής εξουσίας και η αυτόνομη δράση των πυρήνων των ενόπλων δυνάμεων έχει συνέπεια την ισχυροποίηση των κατωτέρων κλιμακίων τους. Σε αυτή τη βάση αποδυναμώνεται και η βασική πηγή των συμβιβαστικών προσεγγίσεων στη χώραη δυνατότητα μέρους του Ιρανικού κεφαλαίου να παραμείνει ανταγωνιστικό και στα πλαίσια ορισμένων υποχωρήσεων στις ΗΠΑ, εκμεταλλευόμενο την πληθυσμιακή έκρηξη, τα ορυκτά και δη το πετρέλαιο, τη γεωγραφικής θέση και τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, και επίσης σε αυτή τη βάση, η προοπτική μίας ειρηνικής και άνετης ζωής για τα ανώτερα στελέχη του κράτους. Παρόλα αυτά «μετριοπαθείς» φωνές που ζητούν μία «λογική συμφωνία» (όχι συνθηκολόγηση) και διατήρηση διαύλων με τις ΗΠΑ υπάρχουν ακόμη (Άρθρο πρώην υπ. εξ. Ζαρίφ στο Foreign Affairs).

[25] Τα αποθέματα πυρός που μπορούν να παρέχουν οι ΗΠΑ στο Ισραήλ είναι περιορισμένα όπως απέδειξε ο «πόλεμος των 12ημερών, ενώ το κόστος και ο χρόνος αναπλήρωσης τους είναι σημαντικοί. Πλην των ΗΑΕ, του Μπαχρέιν και του Κουβέιτ η εμπλοκή άλλων χωρών του Κόλπου στη σύγκρουση άμεσα και απευθείας δεν πιθανολογείταιΚατάρ και Ομάν ρέπουν προς την ουδετερότητα και το δεύτερο βρίσκεται ήδη σε συνομιλίες με το Ιράν για την αναμόρφωση του καθεστώτος διέλευσης πλοίων και τον κοινό έλεγχο του Ορμούζ, ενώ και η Σαουδική Αραβία, που μετά την έναρξη του πολέμου (ήταν κατά αυτού αρχικά) υποστήριξε την παράταση του ως την καταστροφή της «Ισλαμικής Δημοκρατίας», δείχνει να κρατά αποστάσεις υπό το φόβο της καταστροφής των υποδομών της (τα προσβλητικά σχόλια του Τραμπ στο πρίγκιπα-διάδοχο και de facto ηγέτη είναι ενδεικτικά της έντασης που υποβόσκει μεταξύ των δύο χωρών). Άλλωστε το Ριάντ έχει μεγαλύτερα περιθώρια διαπραγμάτευσης με το Ιράν σε σχέση με τις άλλες μοναρχίες στο ενδεχόμενο μίας μετα-Αμερικανικής Μέσης Ανατολής. Σε κάθε περίπτωση η ικανότητα στρατιωτικής συνεισφοράς των Μοναρχιών στο πεδίο είναι περιορισμένη και δεν αποτελεί κίνδυνο για το Ιράν. Επίσης η Τουρκία δεν έχει κανένα λόγο να εγκαταλείψει τη θέση του συμμάχου των ΗΠΑ που αποφεύγει τη συμμετοχή στη πρώτη γραμμή του πολέμου, καθώς αυτή της επιτρέπει για την ώρα να λειτουργεί ως δίαυλος μεταξύ Ουάσιγκτον, Τεχεράνης και Μοναρχιών (συναντήσεις στο Πακιστάν). Από την άλλη μία απόσυρση των ΗΠΑ θα διευκόλυνε το Ιράν να αυξήσει τα πλήγματα στους εναπομείναντες αντιπάλους, αλλά και τη λειτουργία της πολεμικής του οικονομίας/βιομηχανίας και την αναπλήρωση των πυρομαχικών του, ενώ Αμερικανικές πηγές αναφέρουν ότι το υπάρχον απόθεμα τους επαρκή για μήνες ακόμη.

[26] Επιτρέπει μοναδική πρόσβαση σε πρώτες ύλες, αγορές, πηγές πλούτου, εργατικό δυναμικό, κ.α αλλά και τον ορισμό μοτίβων συμπεριφοράς στις διεθνείς συναλλαγές (εμπόριο, διατροφή, χρηματοπιστωτικά, ενέργεια κ.α) μέσω της ωμής χρήσης βίας ή/και της δημιουργίας θεσμών, κανόνων, μηχανισμών επιβολής.

[27] Παραδείγματα αποτελούν η διαμάχη μεταξύ «πράσινης ενέργειας» και «ορυκτών καυσίμων», για τους δασμούς, για τη λειτουργία των ΗΠΑ ως ηγέτιδα δύναμη μίας φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης ή μιας συγκεκριμένης σφαίρας γεωγραφικής επιρροής.

[28] Π.χ Μεγαλύτερη συνεργασία ή/και συγχώνευση προοπτικά με το Ισραήλπερεταίρω ανάπτυξη της μυθοπλασίας του Ιουδαιοχριστιανισμού, ή ορισμένη αποστασιοποίηση απ’ αυτό.

[29] ..όχι από την προσωπικότητα του κυρίου Τράμπ ή από τα συμφέροντα του Ισραήλ, πόσο μάλλον από τις δικαστικές περιπέτειες του κυρίου Νετανιάχου, απόψεις που τείνουν να κυριαρχήσουν στο δημόσιο διάλογο.

[30] Το κακό αυτό είναι επικοινωνιακά διαχειρίσιμο και εν δυνάμει ανατρέψιμο με τη δράση σε άλλα πεδία και περιοχές.

[31] Οι αποφάσεις αυτές δεν ανησυχούν μόνο τον Τραμπ, που σκέφτεται τις ενδιάμεσες εκλογές, αλλά το κράτος συνολικά.

* PhD© Διεθνολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας

Πηγή: militaire.gr

από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια