H περίοδος 2015-2019 αποτελεί ένα αμήχανο ιστορικό κενό που πρέπει να ξεχαστεί ώστε να καταστεί δυνατή η νέα πολιτική αφήγηση
Του Πέτρου Ράλλιου *
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην πολιτική σκηνή, μέσα από τη νέα «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη», δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία προσπάθεια ανασύνταξης του κατακερματισμένου χώρου της ελληνικής κεντροαριστεράς. Συνιστά μια πολύ βαθύτερη πολιτική επιχείρηση: μια απόπειρα επανανοηματοδότησης όχι μόνο του ίδιου του προσώπου του, αλλά και ολόκληρης της πολιτικής του διαδρομής. Το νέο εγχείρημα δεν εμφανίζεται ως φυσική συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ της διακυβέρνησης. Εμφανίζεται σχεδόν ως υπέρβασή του. Σαν μια νέα αρχή που ζητά να κριθεί όχι με βάση όσα συνέβησαν, αλλά με βάση όσα υπόσχεται ότι μπορούν ξανά να συμβούν.
Αυτό αποτυπώνεται ήδη από την ίδια την επιλογή του ονόματος. «ΕΛΑΣ». Ακόμη κι αν επισήμως πρόκειται για τα αρχικά της «Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης», είναι αδύνατον, στην ελληνική ιστορική και πολιτική συνείδηση, να μη λειτουργεί ως άμεση αναφορά στον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό της Κατοχής. Πρόκειται για μια επιλογή βαθιά συμβολική και εξαιρετικά φορτισμένη. Δεν παραπέμπει απλώς στην εθνική αντίσταση· παραπέμπει συνολικά στο ιστορικό τραύμα και τις μεγάλες διαιρέσεις της δεκαετίας του ’40, στο εαμικό κίνημα, στον Εμφύλιο, στη μετεμφυλιακή Ελλάδα.
Και ακριβώς γι’ αυτό δεν πρόκειται για μια ουδέτερη επικοινωνιακή επιλογή. Είναι μια συνειδητή απόπειρα ιστορικής νομιμοποίησης. Ο Τσίπρας επιχειρεί να ντύσει το νέο εγχείρημα με το ηθικό και συμβολικό βάρος της ιστορικής αριστεράς, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως κρίκο μιας μεγάλης πολιτικής συνέχειας που ξεκινά από το ΕΑΜ, περνά από την ΕΔΑ, αγγίζει «το ΠΑΣΟΚ των πρώτων χρόνων της Αλλαγής» και φτάνει μέχρι τον «ΣΥΡΙΖΑ της Πρώτης Φοράς Αριστερά». Δεν πρόκειται για απλές ιστορικές αναφορές. Πρόκειται για διεκδίκηση πολιτικής κληρονομιάς.
Με άλλα λόγια, ο Τσίπρας δεν ζητά απλώς να επιστρέψει. Ζητά να αναγνωριστεί ως ο συνεχιστής ολόκληρης της δημοκρατικής και προοδευτικής παράδοσης της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Μόνο που εδώ ανακύπτει ένα θεμελιώδες πρόβλημα πολιτικής και ιστορικής αξιοπιστίας. Διότι όλες αυτές οι παραδόσεις —με όλες τις αντιφάσεις και τις αποτυχίες τους— συνδέθηκαν με πραγματικές κοινωνικές συγκρούσεις, πολιτικό κόστος, ιστορικές ρήξεις και συλλογικές θυσίες. Το εαμικό κίνημα συνδέθηκε με την αντίσταση και τη βίαιη συντριβή ενός ολόκληρου λαϊκού κόσμου. Η ΕΔΑ υπήρξε η πολιτική έκφραση μιας αριστεράς που επιβίωσε μέσα σε καθεστώς αποκλεισμών και διώξεων. Το πρώιμο ΠΑΣΟΚ εξέφρασε, ανεξάρτητα από τη μετέπειτα πορεία του, μια πραγματική κοινωνική αναδιανομή ισχύος και μια βαθιά πολιτισμική μετατόπιση στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Ο Τσίπρας, αντίθετα, κουβαλά ένα διαφορετικό ιστορικό φορτίο: όχι της ανόδου μιας κοινωνικής ελπίδας, αλλά της διάψευσής της.
Και γι’ αυτό η νέα διακήρυξη διαβάζεται με μια σχεδόν μόνιμη αίσθηση αντίφασης. Το κείμενο είναι εξαιρετικά προσεκτικά γραμμένο. Ο τόνος είναι ήπιος, θεσμικός, σχεδόν στοχαστικός. Έχει εγκαταλειφθεί πλήρως η επιθετική ρητορική της αντιμνημονιακής περιόδου. Στη θέση της εμφανίζεται ένας ώριμος λόγος που επενδύει στις έννοιες της αξιοπρέπειας, της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της συλλογικότητας και ενός νέου «πατριωτισμού».
Η διακήρυξη περιγράφει μια Ελλάδα παγιδευμένη στην ακρίβεια, στις ανισότητες, στην ενεργειακή κερδοσκοπία, στη στεγαστική ασφυξία, στη θεσμική παρακμή και στην κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα. Και πολλές από αυτές τις διαπιστώσεις είναι απολύτως ακριβείς. Η ελληνική κοινωνία πράγματι βιώνει μια βαθιά κρίση εκπροσώπησης και προοπτικής. Ωστόσο, το κείμενο μοιάζει να περιγράφει αυτή την πραγματικότητα σαν ο πολιτικός που το υπογράφει να υπήρξε εξωτερικός παρατηρητής της. Σαν να μην κυβέρνησε ποτέ. Σαν η περίοδος 2015-2019 να αποτελεί ένα αμήχανο ιστορικό κενό που πρέπει να ξεχαστεί ώστε να καταστεί δυνατή η νέα πολιτική αφήγηση. Ο πολιτικός ωστόσο που το υπογραφεί είναι εκείνος που σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό ευθύνεται για αυτή την κατάσταση. Για την διαμόρφωση της μετα-μνημονιακής Ελλάδας.
Αυτή η απουσία ουσιαστικής αυτοκριτικής είναι ίσως το βαθύτερο πρόβλημα του εγχειρήματος. Διότι η πολιτική αξιοπιστία δεν οικοδομείται μόνο πάνω σε σωστές διαγνώσεις της πραγματικότητας, αλλά πάνω στην ικανότητα ενός πολιτικού φορέα να αναμετρηθεί με τις συνέπειες των δικών του επιλογών. Η σημερινή καταγγελία της «ενεργειακής ολιγαρχίας», για παράδειγμα, μοιάζει ελλιπής όταν αποσιωπάται ότι η περίοδος διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε κομβική για τη διαμόρφωση του σημερινού μοντέλου απελευθερωμένης αγοράς ενέργειας. Το ίδιο ισχύει για το τραπεζικό σύστημα, τα funds και το θεσμικό πλαίσιο διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους που συνέβαλε στη σημερινή κοινωνική ασφυξία γύρω από τη στέγη και τους πλειστηριασμούς.
Δεν πρόκειται για έναν εύκολο συμψηφισμό ευθυνών. Η σημερινή κυβέρνηση φέρει προφανώς τεράστιες ευθύνες για τη διεύρυνση των ανισοτήτων και την ενίσχυση ολιγοπωλιακών δομών στην οικονομία. Όμως ο Τσίπρας επιχειρεί σήμερα να μιλήσει ως πολιτικός εξωτερικός προς μια πραγματικότητα στη διαμόρφωση της οποίας συμμετείχε ενεργά. Και αυτή η αντίφαση δεν μπορεί να εξαφανιστεί μέσα από μια νέα πολιτική αισθητική.
Αντίστοιχα προβληματική είναι και η επίκληση της δημοκρατίας, της συμμετοχής και της συλλογικότητας. Διότι ο μεταμνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ εξελίχθηκε σταδιακά σε ένα έντονα προσωποκεντρικό κόμμα, με αποδυναμωμένες συλλογικές διαδικασίες, διαρκείς εσωτερικές συγκρούσεις και τελικά οργανωτική αποσύνθεση. Το κόμμα που υποσχέθηκε μια νέα δημοκρατική κουλτούρα κατέληξε να εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την πολιτική κυριαρχία του αρχηγού του.
Και εδώ προκύπτει ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα της νέας επανεμφάνισης: πώς μπορεί ένας πολιτικός που δεν κατάφερε να μετασχηματίσει δημοκρατικά ούτε τον ίδιο του τον πολιτικό χώρο, όταν βρισκόταν στο απόγειο της ισχύος του, να πείσει ότι επιστρέφει σήμερα ως φορέας μιας νέας συλλογικής πολιτικής πρότασης;
Η αλήθεια είναι ότι ο Τσίπρας δεν επιστρέφει ως ο παλιός ηγέτης της ριζοσπαστικής αριστεράς. Επιστρέφει ως κάτι διαφορετικό: ως διαχειριστής μιας ευρύτερης κοινωνικής απογοήτευσης που ο ίδιος συνέβαλε καθοριστικά να παραχθεί. Και ίσως εκεί βρίσκεται η βαθύτερη ειρωνεία της πολιτικής του επιστροφής. Ότι επιχειρεί να αντλήσει νομιμοποίηση από τις μεγάλες ιστορικές παραδόσεις της ελληνικής αριστεράς, τη στιγμή που για ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας συμβολίζει ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία η μεταπολιτευτική αριστερά έπαψε να θεωρείται δύναμη ιστορικής εναλλακτικής και μετατράπηκε, οριστικά, σε δύναμη διαχείρισης.
* Ο Πέτρος Ράλλιος είναι Πολιτικός Επιστήμονας, Πολιτικός Αναλυτής.


0 Σχόλια
Tο kozanara.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.