Παιδιά χωρίς ''Γιατί''


Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη *

Η αυτοκτονία των δύο 17χρονων κοριτσιών συγκλόνισε βαθιά την ελληνική κοινωνία. Και μαζί μ’ αυτήν επέστρεψε ξανά ένα ερώτημα που όλο και περισσότερο πλανάται σιωπηλά πάνω από τη σύγχρονη ζωή: γιατί τόσα νέα παιδιά μοιάζουν τόσο εξαντλημένα πριν καν αρχίσει πραγματικά η ζωή τους; 

Μιλώ συχνά για κρίση νοήματος, για απονοηματοδότηση, για το υπαρξιακό κενό της εποχής μας. Τι σημαίνουν όμως πραγματικά αυτές οι λέξεις; Δεν είναι απλώς θλίψη ή απαισιοδοξία. Είναι η αίσθηση ότι ο άνθρωπος συνεχίζει να ζει, να προσπαθεί, να αποδίδει, να ανταγωνίζεται - αλλά όλο και περισσότερο δυσκολεύεται να αισθανθεί γιατί αξίζει όλος αυτός ο κόπος. 

Σαν να χάθηκε εκείνος ο βαθύτερος εσωτερικός δεσμός που συνέδεε κάποτε τον πόνο, την προσπάθεια, την αγάπη και την ελπίδα με ένα νόημα ζωής. Σαν να γνωρίζουμε πια όλο και περισσότερα για το ΠΩΣ να υπάρχουμε, αλλά όλο και λιγότερα για το ΓΙΑΤ. Και ίσως γι’ αυτό τόσα παιδιά σήμερα μοιάζουν να λυγίζουν όχι μόνο από την πίεση, αλλά από την αίσθηση ότι παλεύουν αδιάκοπα μέσα σε έναν κόσμο που τους ζητά συνεχώς να αντέχουν, χωρίς να τους δείχνει πια καθαρά για ποιο λόγο αξίζει να συνεχίσουν.

Στην Ελλάδα η απώλεια νοήματος βιώνεται συχνά τόσο βαριά γιατί δεν αφορά μόνο το παρόν. Ακουμπά πάνω σε ένα βαθύ συλλογικό υπόστρωμα ιστορικού τραύματος, ματαιώσεων και διαψεύσεων που κουβαλά η κοινωνία εδώ και δεκαετίες.

Η Ελλάδα είναι μια κοινωνία που μεγάλωσε πολλές γενιές με μια υπόσχεση: «Αν αντέξεις, αν μορφωθείς, αν κοπιάσεις, κάτι καλύτερο θα έρθει.» 
Και για αρκετές δεκαετίες αυτή η υπόσχεση είχε κάποιο νόημα.

Υπήρχε κάποια κοινωνική κινητικότητα, η ελπίδα του “να ζήσουν τα παιδιά καλύτερα”, η αίσθηση ανοικοδόμησης μετά τον πόλεμο, η εμπειρία της κοινότητας και της οικογένειας, η προσδοκία ενός μέλλοντος. Ακόμη και η δυσκολία είχε κατεύθυνση.

Όμως τα τελευταία χρόνια ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας βιώνει κάτι πολύ τραυματικό: όχι μόνο οικονομική πίεση, αλλά διάψευση νοήματος.

Δηλαδή, σπουδάζεις αλλά δεν ξέρεις αν θα ζήσεις αξιοπρεπώς,
δουλεύεις αλλά δεν μπορείς να χτίσεις ζωή, προσπαθείς αλλά αισθάνεσαι διαρκώς επισφαλής, επιτυγχάνεις “τυπικά” αλλά εσωτερικά νιώθεις άδειος.
Και τότε σπάει ο ψυχικός δεσμός ανάμεσα στον κ ό π ο  και στο  ν ό η μ α. Αυτό είναι τεράστιο υπαρξιακό πλήγμα.

Ταυτόχρονα η Ελλάδα πέρασε μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από παραδοσιακή κοινωνία σε ακραία καταναλωτική και νεοφιλελεύθερη κουλτούρα, χωρίς να προλάβει να χτίσει νέες σταθερές μορφές συλλογικού νοήματος.

Διαλύθηκαν κοινότητες, γειτονιές, συλλογικότητες, πολιτικά οράματα, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, ακόμη και η πίστη ότι η κοινωνία λειτουργεί στοιχειωδώς δίκαια.
Και έτσι πολλοί άνθρωποι έμειναν μετέωροι. Ούτε μέσα στην παλιά κοινότητα, ούτε πραγματικά ενταγμένοι σε ένα βιώσιμο νέο κόσμο.

Υπάρχει και κάτι ακόμη πολύ ελληνικό. Η βαθιά συλλογική εξάντληση από τη διαρκή ιστορική ασυνέχεια. Πόλεμοι. Κατοχή.
Εμφύλιος. Δικτατορία. Μετανάστευση. Χρέος. Μνημόνια. Ανασφάλεια. Διάψευση πολιτικών ελπίδων.

Η ελληνική κοινωνία κουβαλά ένα υπόγειο βίωμα: «Τίποτα δεν κρατά πραγματικά.»
Και αυτό παράγει δυσπιστία, κυνισμό, αίσθηση προσωρινότητας, δυσκολία να επενδύσεις βαθιά στο μέλλον.

Γι’ αυτό και η κρίση νοήματος εδώ γίνεται συχνά σχεδόν σωματική. Δεν είναι αφηρημένη φιλοσοφική αγωνία. Είναι: burnout, κατάθλιψη, φυγή νέων στο εξωτερικό, αίσθηση ασφυξίας, αδυναμία δημιουργίας σχέσεων, αίσθηση ότι «η ζωή δεν ξεκινά ποτέ πραγματικά».

Και ίσως το πιο τραγικό είναι ότι η Ελλάδα παραμένει ταυτόχρονα ένας τόπος με βαθιά ανάγκη σχέσης, συγκίνησης, κοινότητας, νοήματος, και ανθρώπινης ζεστασιάς.

Δηλαδή ένας λαός που εξακολουθεί να διψά υπαρξιακά για ζωή, μέσα σε ένα πολιτισμικό και οικονομικό πλαίσιο που συχνά παράγει εξάντληση και απονοηματοδότηση.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο γεννιούνται και μεγαλώνουν τα παιδιά. Οικογένειες που οι γονείς έχουν χάσει αυτό το ΓΙΑΤΙ της εξάντλησης τους, σχολειά με δασκάλους που γνωρίζουν απεξω και ανακατωτά δεκάδες ΠΩΣ αλλά ούτε οι ίδιοι μπορούν πλέον να βρουν ένα ΓΙΑΤΙ στην καθημερινή τους εξόντωση. 

Τα ίδια στις φιλικές και ερωτικές τους σχέσεις. Μια ρουφήχτρα νοήματος έχει απορροφήσει όλα τα ΓΙΑΤΙ. 

Κι ίσως γι’ αυτό η απώλεια νοήματος εδώ πονά τόσο πολύ. Γιατί δεν αφορά μόνο την απώλεια της ευημερίας. Αφορά την απώλεια της πίστης ότι ο κόπος, η αγάπη, η προσπάθεια και το μέλλον μπορούν ακόμη να συνδεθούν μεταξύ τους με έναν ανθρώπινο τρόπο.



* Αναπτυξιακός & Κοινωνικός Ψυχολόγος, Διδάσκων Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Neapolis. 

Πηγή: social media

από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια