Από τον «προνομιακό σύμμαχο» στον θεατή των εξελίξεων


Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ήταν αυτή που ανέδειξε τους πρωταγωνιστές και τους κομπάρσους

Αν κάτι έμεινε από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, αυτό δεν ήταν η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά η κυριαρχία του Ταγίπ Ερντογάν στο πολιτικό και διπλωματικό προσκήνιο.

Η εικόνα που διαμορφώθηκε ήταν αποκαλυπτική: ο Έλληνας πρωθυπουργός πέρασε ουσιαστικά απαρατήρητος, την ώρα που ο Τούρκος πρόεδρος βρισκόταν στο επίκεντρο των επαφών, των διεργασιών και των γεωπολιτικών ισορροπιών.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι δεν υπήρξε ούτε αυτή τη φορά η παράλληλη παρουσία υψηλόβαθμου Αμερικανού αξιωματούχου στην Αθήνα, είτε πριν είτε μετά τις επαφές στην Άγκυρα, όπως αποτελούσε επί χρόνια σχεδόν πάγια διπλωματική πρακτική όταν κορυφαίοι παράγοντες της Ουάσινγκτον επισκέπτονταν Ελλάδα και Τουρκία.

Κι όμως, ήταν η ίδια η κυβέρνηση, μαζί με τα φιλικά προς αυτήν Μέσα Ενημέρωσης, που καλλιεργούσαν προσδοκίες ακόμη και για επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στην Αθήνα, αξιοποιώντας σχετικές αναφορές της Κίμπερλι Γκιλφόιλ.

Τελικά, στην Άγκυρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν κατάφερε ούτε μια σύντομη συνομιλία με τον Αμερικανό πρόεδρο, παρά το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει επενδύσει όσο καμία άλλη μεταπολιτευτικά στη λογική του «δεδομένου συμμάχου» απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Την ίδια στιγμή, κυβερνητικοί κύκλοι και φιλικά Μέσα επιχείρησαν να αναδείξουν ως επιτυχία το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός έθεσε το ζήτημα του casus belli και διά της ατόπου και των F-35. Μόνο που δεν πρέπει να ξεχνά κανείς πώς ήταν η ιστορική ομιλία του στο αμερικανικό Κογκρέσο, υπό τα θερμά χειροκροτήματα της προηγούμενης αμερικανικής διοίκησης, που είχε συμβάλει καθοριστικά στο να παραμείνει τότε εκτός του προγράμματος των F-35 η Τουρκία, εξέλιξη που η κυβέρνηση αξιοποίησε πολιτικά μέχρι και τις εκλογές του 2023.

Η μεγάλη εικόνα πίσω από τις φωτογραφίες της Συνόδου

Πίσω όμως από τις διπλωματικές χειραψίες και τις δημόσιες δηλώσεις διαμορφώνεται μια πολύ βαθύτερη πραγματικότητα, η οποία φαίνεται να αλλάζει συνολικά την αρχιτεκτονική ασφαλείας της Δύσης. Η πρώτη και σημαντικότερη διαπίστωση είναι ότι επιβεβαιώνεται η σταδιακή απεμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών από τη συμβατική άμυνα της Ευρώπης.

Η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να παρέχει την πυρηνική ομπρέλα απέναντι στη Ρωσία, ωστόσο μεταφέρει πλέον στους Ευρωπαίους το μεγαλύτερο βάρος της στρατιωτικής ισχύος στο συμβατικό πεδίο.

Η νέα αυτή στρατηγική μεταφράζεται σε τέσσερις βασικές επιλογές: μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες, ισχυρότερους εθνικούς στρατούς, μαζική ανάπτυξη της ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας και αυξημένο έλεγχο των γεωστρατηγικών περασμάτων που περιβάλλουν τη Ρωσία.

Και στους τέσσερις αυτούς άξονες η Τουρκία αναδεικνύεται σε κομβικό παίκτη, τόσο λόγω γεωγραφίας όσο και λόγω στρατιωτικής ισχύος.

Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό της Ευρώπης αναδύεται μια νέα πραγματικότητα. Η Γερμανία (μπρρ, ανατριχίλα δύο Παγκοσμίων Πολέμων) εξελίσσεται στη στρατιωτική δύναμη που θα καθορίζει ολοένα και περισσότερο τις ισορροπίες.

Οι προβλέψεις δείχνουν ότι έως το τέλος της δεκαετίας οι αμυντικές της δαπάνες θα ξεπερνούν αθροιστικά εκείνες της Γαλλίας και της Βρετανίας, γεγονός που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συνυπολογίσει κανείς τις διαχρονικά στενές σχέσεις Βερολίνου και Άγκυρας.

Παράλληλα, έχει πλέον παγιωθεί στους ευρωπαϊκούς αμυντικούς σχεδιασμούς η αντίληψη ότι η μοναδική στρατηγική απειλή για την Ευρώπη προέρχεται από τη Ρωσία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο να πεισθούν οι σύμμαχοι ότι μπορεί να υφίσταται απειλή και από άλλη χώρα, ακόμη κι αν αυτή είναι σύμμαχος στο ΝΑΤΟ. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που περιορίζει αντικειμενικά τα περιθώρια της ελληνικής διπλωματίας να αναδείξει τον τουρκικό αναθεωρητισμό ως ζήτημα ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Η τουρκική ατζέντα και οι ελληνικές ισορροπίες

Ο Ταγίπ Ερντογάν, από την πλευρά του, δεν έχασε την ευκαιρία να ανοίξει ξανά τη συζήτηση για το Αιγαίο. Με δημόσια δήλωσή του ανέφερε ότι συμμερίζεται την άποψη πως οι δύο σύμμαχοι πρέπει να επιλύσουν τα ζητήματα που αφορούν ιδιαίτερα το Αιγαίο, προτείνοντας αρχικά επαφές σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών και, εφόσον απαιτηθεί, συνάντηση των δύο ηγετών για διαπραγμάτευση.

Προφανώς γνωρίζει ότι μια τέτοια εξέλιξη δύσκολα μπορεί να προχωρήσει αυτήν την περίοδο. Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε προεκλογικό περιβάλλον, ενώ η πάγια ελληνική θέση δεν αφορά συνολική διαπραγμάτευση «για το Αιγαίο», αλλά αποκλειστικά τη μοναδική αναγνωρισμένη διαφορά, εκείνη της οριοθέτησης της ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας.

Την ίδια ώρα, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα για το αν η περίφημη περίοδος των «ήρεμων νερών» θα συνεχιστεί. Η Αθήνα εξακολουθεί να μην προχωρά στην πράξη ούτε τα θαλάσσια πάρκα ούτε την πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου, σταθμίζοντας εμφανώς τις αντιδράσεις της Άγκυρας.

Κανείς δεν μπορεί επίσης να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο Ερντογάν να αξιοποιήσει το ευνοϊκό για τον ίδιο διεθνές περιβάλλον, αλλά και τη στήριξη που φαίνεται να απολαμβάνει από τον Ντόναλντ Τραμπ, προκειμένου να πιέσει για μια συνολική ατζέντα διαλόγου στα ελληνοτουρκικά.

Η δυσάρεστη θέση της Αθήνας στη νέα γεωπολιτική εξίσωση

Αν δει κανείς τη μεγάλη εικόνα, γίνεται ακόμη πιο σαφές γιατί η ελληνική πλευρά δυσκολεύεται να επηρεάσει τις εξελίξεις. Στους νέους στρατηγικούς σχεδιασμούς της Συμμαχίας και της Ευρώπης, η Ελλάδα δε φαίνεται να καταλαμβάνει κεντρική θέση.

Αντιθέτως, ο ρόλος που της επιφυλάσσεται είναι περισσότερο συμπληρωματικός απέναντι στον αναβαθμισμένο ρόλο της Τουρκίας.
Η Αθήνα επιχειρεί να αντισταθμίσει αυτήν την πραγματικότητα ενισχύοντας τη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ του Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Ωστόσο, ακόμη και αυτή η επιλογή δε φαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να μεταβάλλει τους βασικούς συσχετισμούς που διαμορφώνονται στο ευρωατλαντικό σύστημα ασφαλείας, χώρια που μπορεί να αποδειχτεί κοντόφθαλμη.

Τα συμπεράσματα που δύσκολα αμφισβητούνται

Απ’ όλα όσα προηγήθηκαν προκύπτουν δύο πολιτικά συμπεράσματα.

Πρώτον, η στρατηγική της άνευ όρων πρόσδεσης στον ρόλο του «δεδομένου συμμάχου» φαίνεται ότι δεν αποδίδει τα προσδοκώμενα διπλωματικά ανταλλάγματα και οδηγεί σε αποτελέσματα πολύ διαφορετικά από εκείνα που είχε προεξοφλήσει η κυβέρνηση.

Και δεύτερον, η εικόνα που εκπέμπει σήμερα η ευρωπαϊκή ηγεσία μόνο προβληματισμό προκαλεί. Ανήμπορη να διαμορφώσει αυτόνομη στρατηγική και να επηρεάσει ουσιαστικά τις εξελίξεις, δείχνει να παρακολουθεί τις εξελίξεις περισσότερο ως θεατής παρά ως πρωταγωνιστής.

Στη νέα γεωπολιτική σκακιέρα, οι ισορροπίες μεταβάλλονται με ταχύτητα, οι συμμαχίες αποκτούν διαφορετικό περιεχόμενο και η ισχύς επανακαθορίζει τους κανόνες.

Το ζητούμενο για την Ελλάδα δεν είναι να επιμένει ότι αποτελεί «δεδομένο σύμμαχο», αλλά να αποδείξει ότι παραμένει χρήσιμος και αναντικατάστατος στρατηγικός παράγοντας. Γιατί, διαφορετικά, ο κίνδυνος να περιοριστεί στον ρόλο του παρατηρητή των εξελίξεων δε θα αποτελεί πλέον πολιτική κριτική, αλλά γεωπολιτική πραγματικότητα.

Πηγή: neakriti.gr

από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια