"Έγινε η απώλεια συνήθεια μας".
Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη *
Πώς γίνεται να πνίγονται άνθρωποι, παιδιά, βρέφη, μέσα από τη δράση εκείνων που είναι επιφορτισμένοι με την ασφάλειά μας, και αυτό να μοιάζει -έστω σιωπηρά- σαν εύλογη απώλεια;
Πώς γίνεται η ελληνική κοινωνία να μην καταρρέει μπροστά σε αυτό, αλλά να το εξηγεί, να το αντέχει ή να το προσπερνά;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην κακία ούτε στην απανθρωπιά. Βρίσκεται σε μια βαθιά μετατόπιση του τι σημαίνει «ασφάλεια» και ποια ζωή θεωρείται άξια πλήρους προστασίας.
Η ασφάλεια, τα τελευταία χρόνια, πρώτα με τα Μνημόνια και ύστερα με την Πανδημία, έπαψε να νοείται ως προστασία της ζωής και άρχισε να νοείται ως προστασία της τάξης. Δεν μετριέται με το ποιος σώθηκε, αλλά με το αν «κρατήθηκε ο έλεγχος».
Δεν μετριέται πόσοι εξοντώθηκαν στα Μνημόνια, μετριέται μόνο ότι μείναμε "ασφαλείς" στο ευρώ.
Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και ο θάνατος δεν εμφανίζεται ως αποτυχία του συστήματος, αλλά ως παράπλευρη συνέπεια μιας «δύσκολης διαχείρισης». Όχι ως σκάνδαλο, αλλά ως κόστος.
Όπως οι χιλιάδες αυτοκτονίες των Μνημονίων, όπως οι νεκροί του covid, όπως οι δολοφονημένοι μετανάστες στην Πύλο, όπως οι εργάτριες στη Βιολάντα, όπως οι χθεσινοί σκοτωμένοι στην Χίο.
Ταυτόχρονα, έχει εμπεδωθεί -σχεδόν ασυνείδητα- μια ιεράρχηση ζωών. Υπάρχουν ζωές που αξίζουν και ζωές που θεωρούνται εκ των προτέρων εκτεθειμένες. Οι ζωές των "πάνω" και οι ζωές των "κάτω".
Όταν οι νεκροί ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία, η απώλειά τους δεν βιώνεται ως συλλογικό ρήγμα, αλλά ως ξένο γεγονός. Δεν είναι ότι δεν συγκινούμαστε. Είναι ότι δεν ταυτιζόμαστε.
Ο πόνος τους δεν γίνεται δικός μας πόνος.
Μόνο τα Τέμπη κατάφεραν να κινητοποιήσουν αυτόν τον κοινό πόνο κι' αυτό για λίγο.
Σε μια κοινωνία τραυματισμένη από χρόνια ανασφάλειας, φτώχειας και διαρκών κρίσεων, αυτό λειτουργεί και ψυχικά. Όταν ο φόβος γίνεται μόνιμος, η ανάγκη για έλεγχο υπερισχύει της ενσυναίσθησης.
Ο ψυχισμός μαθαίνει να αντέχει το αφόρητο για να μη διαλυθεί. Η σκέψη «αν δεν είμαστε σκληροί, θα χαθούμε» γίνεται υπαρξιακό άλλοθι, η σκληρότητα γίνεται εφόδιο καθημερινής ζωής και μέγιστη αρετή!
Κάπου εκεί μετατοπίζεται και η ευθύνη. Αντί να λέμε «αυτό το σύστημα σκοτώνει», μιλάμε για «συνθήκες», «διακινητές», «ανθρώπινα λάθη». Ο θάνατος εξηγείται τεχνικά και έτσι παύει να αμφισβητείται πολιτικά.
Όμως, το πιο ανησυχητικό είναι ότι η βία αρχίζει να γίνεται πλέον αντιληπτή όχι ως ηθική αποτυχία, αλλά ως λειτουργικό εργαλείο, καθώς η κοινωνία μας αποδέχεται ότι η ασφάλεια προϋποθέτει σκληρότητα και ως εκ τούτου κάποιοι θα πληρώσουν το τίμημα.
Η ελληνική κοινωνία δεν αντέχει να φανταστεί έναν άλλο τρόπο.
Έτσι φτάνουμε στο πιο σκοτεινό σημείο.
Να μοιάζει «ρεαλιστικό» το να πνίγονται -ακόμη και αγέννητα- παιδιά στο όνομα της ασφάλειας.
Όχι επειδή το πιστεύουμε βαθιά, αλλά επειδή έχουμε συνηθίσει να ζούμε σε καθεστώς φόβου και διαχείρισης απωλειών.
Αυτό όμως δεν είναι φυσικός νόμος. Είναι πολιτική και ψυχική επιλογή που έχει κανονικοποιηθεί.
Γιατί τη στιγμή που δεχόμαστε ότι ο θάνατος παιδιών μπορεί να είναι «εύλογο κόστος», η ασφάλεια έχει ήδη στραφεί εναντίον της ίδιας της ζωής. Και τότε δεν μιλάμε πια για προστασία.
Μιλάμε για ένα καθεστώς που έχει χάσει τον λόγο ύπαρξής του
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα που αποφεύγουμε.
Πόσο τραυματισμένοι πρέπει να είμαστε για να αντέχουμε αυτή την πραγματικότητα χωρίς να σταματάμε τα πάντα;
Πώς δεχτήκαμε να γίνει η ζωή στην Ελλάδα τόσο στενή, τόσο ρηχή, τόσο σκέτη επιβίωση!
* Αναπτυξιακός & Κοινωνικός Ψυχολόγος, Διδάσκων Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Neapolis.
Πηγή: social media
Πηγή: social media


0 Σχόλια
Tο kozanara.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.