Ο Ερντογάν μιλά για «αίμα και σύνορα» και η κυβέρνηση Μητσοτάκη μετρά… ήρεμα νερά;

AP Images

Η επικίνδυνη αφέλεια απέναντι στην Τουρκία

Του Βασίλη Λύκου

Την ώρα που ο Recep Tayyip Erdogan επαναφέρει το 1453 ως πολιτικό όπλο, μιλά για σύνορα που «ξαναχαράσσονται με αίμα και δάκρυα», εμφανίζεται στην Αγία Σοφία σαν σύγχρονος συνεχιστής ενός νεοοθωμανικού αφηγήματος και προαναγγέλλει «νέες νίκες», η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθεί να πουλά το αφήγημα των «ήρεμων νερών».

Ένα αφήγημα που μοιάζει όλο και περισσότερο με επικοινωνιακή βιτρίνα παρά με σοβαρή εθνική στρατηγική.

Η ομιλία Erdogan για την επέτειο της Άλωσης δεν ήταν μια ακόμη συναισθηματική αναφορά στο παρελθόν. Δεν ήταν μια απλή εσωτερική πολιτική τελετουργία για το τουρκικό ακροατήριο.

Ήταν μια σαφής πολιτική διακήρυξη ισχύος. Όταν ένας ηγέτης δηλώνει ότι υπάρχουν όσοι «δεν έχουν χωνέψει το 1453», όταν στοχοποιεί όσους μιλούν για βυζαντινή κληρονομιά και όταν υπενθυμίζει ότι «τίποτα δεν θα παραδοθεί στο πεδίο», το μήνυμα είναι σαφές: η Τουρκία συνεχίζει να σκέφτεται με όρους γεωπολιτικής επιβολής και ιστορικού αναθεωρητισμού.

Και τι κάνει απέναντι σε αυτό η κυβέρνηση Μητσοτάκη;

Σχεδόν τίποτα που να δημιουργεί αίσθηση αποφασιστικής εθνικής στάσης. Επένδυσε πολιτικά στη θεωρία των «ήρεμων νερών», επιχείρησε να παρουσιάσει μια εύθραυστη αποκλιμάκωση ως στρατηγική νίκη και δημιούργησε την εντύπωση ότι το πρόβλημα της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής μπορεί να λυθεί με χαμηλούς τόνους, χαμόγελα κορυφής και διπλωματικά τετ-α-τετ.

Όμως η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε ποτέ τη «Γαλάζια Πατρίδα». Δεν απέσυρε τις θεωρίες περί αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών. Δεν έπαψε να αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Δεν αναθεώρησε ούτε κατ’ ελάχιστο το casus belli απέναντι στην Ελλάδα.

Αντιθέτως, ενισχύει τη στρατιωτική της βιομηχανία, αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία στην αμυντική παραγωγή και διεκδικεί ρόλο περιφερειακής δύναμης από τη Λιβύη μέχρι τον Καύκασο.

Κι ενώ η Άγκυρα εξοπλίζεται, οργανώνεται και διαπραγματεύεται σκληρά με όλους, η Αθήνα δείχνει συχνά να λειτουργεί με όρους πολιτικής διαχείρισης εντυπώσεων. Η κυβέρνηση έσπευσε να εμφανίσει ως «νέα εποχή» μια προσωρινή αποκλιμάκωση, χωρίς ποτέ να απαντήσει πειστικά στο βασικό ερώτημα: τι ακριβώς έχει αλλάξει στην ουσία της τουρκικής στρατηγικής;

Η απάντηση είναι απλή: τίποτα.

Αντιθέτως, σε μια περίοδο που η Τουρκία ανεβάζει συνεχώς τον πήχη της επιθετικής ρητορικής, στην Ελλάδα άνοιξε ακόμη και δημόσια συζήτηση για μετακινήσεις οπλικών συστημάτων και αμυντικού υλικού, στο πλαίσιο των ευρύτερων δυτικών αναγκών και δεσμεύσεων.

Και εδώ γεννάται ένα κρίσιμο πολιτικό ερώτημα: μπορεί μια χώρα με ανοιχτή απειλή απέναντί της, με διακηρυγμένο casus belli και καθημερινές αμφισβητήσεις στο Αιγαίο, να δίνει την εικόνα ότι αποδυναμώνει — έστω και προσωρινά — κρίσιμες αποτρεπτικές δυνατότητες στα νησιά της;

Η κυβέρνηση οφείλει καθαρές απαντήσεις. Γιατί ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει αν οι εθνικές προτεραιότητες παραμένουν αδιαπραγμάτευτες ή αν υπερισχύουν γεωπολιτικές ισορροπίες τρίτων.

Το παράδοξο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν δει κανείς τη διεθνή εικόνα. Η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ επενδύουν τεράστια πολιτικά και οικονομικά κεφάλαια στην Ουκρανία απέναντι στη ρωσική εισβολή — και ορθώς στηρίζουν μια χώρα που δέχεται επίθεση. Όμως την ίδια στιγμή, η Τουρκία καταφέρνει να βρίσκεται παντού κερδισμένη.

Παρουσιάζεται ως διαμεσολαβητής, διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τη Ρωσία, ενισχύει το γεωοικονομικό της αποτύπωμα, αποσπά ανταλλάγματα από τη Δύση, πιέζει για εξοπλιστικά οφέλη και συνεχίζει να εργαλειοποιεί το μεταναστευτικό. Με λίγα λόγια, η Άγκυρα παίζει σε πολλαπλά ταμπλό και συχνά ανταμείβεται για τον ρόλο της.

Και ενώ η Τουρκία αξιοποιεί κάθε διεθνή κρίση για να ισχυροποιηθεί, η ελληνική κυβέρνηση μοιάζει εγκλωβισμένη σε μια εξωτερική πολιτική χαμηλών προσδοκιών, με βασικό στόχο να μην «διαταραχθεί το κλίμα».

Αλλά η Ιστορία δεν συγχωρεί τις ψευδαισθήσεις. Ιδίως όταν απέναντί σου δεν έχεις έναν προβλέψιμο γείτονα, αλλά μια δύναμη που επενδύει στον εθνικισμό, στη στρατιωτική ισχύ και στον αναθεωρητισμό ως κεντρικά εργαλεία εξωτερικής πολιτικής.

Ο Erdogan μίλησε ξανά με τη γλώσσα της ισχύος, του αίματος και των συνόρων. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν στην Αθήνα συνεχίζουν να πιστεύουν ότι όλα αυτά είναι απλώς επικοινωνία. Γιατί αν η κυβέρνηση εξακολουθεί να θεωρεί ότι τα «ήρεμα νερά» αρκούν ως στρατηγική, τότε ίσως το πρόβλημα να μην βρίσκεται μόνο στην τουρκική προκλητικότητα — αλλά και στην ελληνική πολιτική αυταπάτη.

*Ο Βασίλης Λύκος είναι Βιολόγος, Μ.Sc. περιβαλλοντολόγος και υπ. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Κρήτης.

Πηγή: documentonews.gr

από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια