Αυτο – αξιολόγηση με αφορμή ένα άρθρο και μία άποψη που μοιάζουν δικά μου (αλλά ΔΕΝ είναι).

Κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσω πως δεν είμαι ο κ. Γεώργιος Ι. Μάτσος ούτε τον γνωρίζω τον άνθρωπο – προφανώς η ομοιότητα στον τίτλο είναι συμπτωματική. Προφανώς επίσης, το αντικείμενο της προτάσεως που πραγματεύεται στο άρθρο του στο Capital.gr είναι συμπτωματικά παρόμοια με την σχετική προσθήκη μου στο προσχέδιο της πάλαι ποτέ «Ελεύθερης Πατρίδας» (δεν έχει δημοσιευτεί εξ’ όσων γνωρίζω αλλά έχει «κυκλοφορήσει» αρκετά). 
 
Επί της ουσίας του ζητήματος: Το πρόβλημα με τις προτάσεις, και μάλιστα εκείνες που αφορούν σε εξαιρετικά κρίσιμα ζητήματα όπως η συστημική διαφθορά, είναι πως είναι αδοκίμαστες. Το επιχείρημα ότι «εφαρμόζονται αλλού» ή ότι «εφαρμόστηκαν παλιότερα» δεν προσφέρει προφανώς ασφαλή εγγύηση, ειδικά επειδή οι ιστορικές εποχές διαφέρουν και οι διαφορές μεταξύ κρατών και εθνών είναι δομικές (ακόμα πιο ειδικά όταν συζητάμε για ένα κράτος – όπως το δικό μας – «διεφθαρμένο μέχρι το μεδούλι»). 
 
Ωστόσο, υφίστανται μέθοδοι μερικής εικονικής «δοκιμής» τέτοιου είδους προτάσεων και μία από αυτές είναι είναι οι προσομειώσεις (βασικά σε συστήματα πληροφορικής αλλά όχι μόνο) κι εδώ οφείλω να απολογηθώ: Όταν ενσωμάτωσα την σχετική πρόταση στο προσχέδιο του προγράμματος της Ε.Π. οι προσομειώσεις που είχαν προηγηθεί ήταν μάλλον βιαστικές και ενδεχομένως είχα εισαγάγει κάποιες παραμέτρους που σχεδιάστηκαν με οδηγό ορισμένες προσωπικές μου προδιαθέσεις. Ήταν μία πειστική πρόταση πάντως και ίσως αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημά της: Δεν υπέστη επαρκώς την βάσανο της κριτικής.
 
Με τα χρόνια, και καθώς το εγχείρημα της Ε.Π. ναυάγησε «πανηγυρικά», επέστρεψα στο παλιό προσχέδιο και στις προσομειώσεις του: Πρόσθεσα νέες παραμέτρους, αφαίρεσα άλλες, αυτή τη φορά με περισσότερο χρόνο, ηρεμία και —ελπίζω— λιγότερη προσωπική προκατάληψη, καθώς το ενδιαφέρον μου δεν ήταν πλέον πολιτικό αλλά μάλλον τεχνικό. 
 
Το βασικό συμπέρασμα: Η επιρροή της συστημικής κρατικής διαφθοράς σε μία απόπειρα μεταφοράς της ευθύνης της λειτουργίας του κράτους σε «τεχνοκράτες» (στο πρόγραμμα της Ε.Π. αναφερόταν οι «διακεκριμένοι κρατικοί λειτουργοί») θα ήταν καταλυτική, και το αποτέλεσμα θα ήταν μία αποτυχία μνημειώδης. 
 
Κάθε σύστημα λήψεως αποφάσεων —μικρό ή μεγάλο— απαιτεί μεταξύ άλλων σταθερότητα, προσβασιμότητα, αξιόπιστη ροή/ανατροφοδότηση πληροφοριών και απολύτως ανεξάρτητα συστήματα αξιολογήσεως. 
 
Χωρίς αυτά, μία «τεχνοκρατική» διακυβέρνηση θα εκφυλιζόταν αναπόφευκτα σε μία εικονική, προσχηματική διαδικασία. Οι αποφάσεις θα βασιζόταν σε παραμορφωμένες εισροές δεδομένων, το προϊόν ενός διοικητικού μηχανισμού που θα λειτουργούσε με άτυπους κανόνες, προσωπικές εξαρτήσεις και εξωσυστημικές ιεραρχίες. 
 
Σε τέτοιο περιβάλλον, οι «τεχνοκράτες» —όσο ικανοί ή έντιμοι κι αν ήταν— δεν θα μπορούσαν να σχηματίσουν πραγματική εικόνα του συστήματος, επειδή το ίδιο το σύστημα δεν θα τους παρείχε αξιόπιστα δεδομένα. Με όρους της Κυβερνητικής Επιστήμης: 
  • η ανατροφοδότηση (feedback) θα ήταν «μολυσμένη»
  • τα συστήματα αξιολογήσεως παραπλανημένα και,
  • η εποπτεία του συνολικού οργανισμού παραμορφωμένη. 
Δυστυχώς, η μεταφορά της ευθύνης σε «τεχνοκράτες» χωρίς προηγούμενη αποκατάσταση της λειτουργικής ακεραιότητας του συστήματος δεν θα οδηγήσει σε βελτίωση, αλλά σε υπονόμευση της ίδιας της έννοιας της «τεχνοκρατίας», εφ’ όσον οι «τεχνοκράτες» θα κληθούν να δράσουν μέσα σε ένα περιβάλλον που θα ακυρώνει εκ των προτέρων κάθε «τεχνοκρατική» αρχή. 
 
Η θλιβερή πραγματικότητα είναι πως, εδώ και πολλές δεκαετίες, οι θέσεις – «κλειδιά» στο Ελληνικό κράτος κατέχονται από κομματικά στελέχη, ευεργετηθέντες της ακραίας ευνοιοκρατίας, ή από ανθρώπους ακίνδυνους για το σύστημα (λ.χ. καθηγητές πανεπιστημίων που έχουν κληρονομήσει τις έδρες τους από συγγενείς τους, λειτουργούς που θεωρούν τα «φακελάκια» αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα των ειδικοτήτων τους κλπ). Αυτού του είδους οι άνθρωποι, είναι μάλλον απίθανο να διαθέτουν πραγματικές διοικητικές ικανότητες και σίγουρα δεν έχουν προθέσεις να τις αναπτύξουν. 
 
Οι «τεχνοκράτες», εάν εμφανίζονται ποτέ τέτοιοι στο δυστυχισμένο Ελληνικό κράτος, τοποθετούνται κατά κανόνα σε ρόλους χωρίς πραγματική λειτουργία, άσχετους με το αντικείμενό τους, συμβουλευτικούς, διακοσμητικούς, ή περιορισμένους από απρόσβατες δομές εξουσίας. Πολύ σύντομα απογοητεύονται, βαριούνται, «βολεύονται» η παραιτούνται. 
 
Υπό αυτή την οπτική (κι εδώ διαφαίνεται η προσωπική μου ανωριμότητα) «διακεκριμένοι κρατικοί λειτουργοί», ή «τεχνοκράτες» με την κυριολεκτική έννοια του όρου, πολύ απλώς ΔΕΝ υπάρχουν και εάν κατά κάποιο μαγικό τρόπο υπάρξουν δεν θα μπορέσουν να ασκήσουν πραγματική διοίκηση και να διακριθούν σε αυτή: Πώς στο καλό να διακριθεί ή να εφαρμόσει τεχνοκρατικές πρακτικές κάποιος στον οποίο δεν επιτρέπεται καν να δράσει; 
 
Η διάκριση στην όποιουδήποτε είδους διοίκηση προϋποθέτει αυστηρά:
  • Αξιοκρατική στελέχωση
  • Θεσμική ακολουθία
  • Σταθερή εφαρμογή προσβάσιμων κανόνων και διαδικασιών
  • Μηχανισμούς εξόντωσης προϊδεασμών (εν προκειμένω κομματικών ή ιδεοληπτικών)
  • Ανεξάρτητη αξιολόγηση επί τη βάσει πραγματικών αποτελεσμάτων σε σχέση με τα αρχικώς δηλωθέντα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. 
Εάν απουσιάζει έστω κι ένα από αυτά τα πέντε στοιχεία, η «διοίκηση των διακεκριμένων» (ή η «τεχνοκρατία» αν ο όρος σήμαινε πραγματικά κάτι στην εποχή μας) θα εκφυλιστεί αμέσως σε ένα θλιβερό διακοσμητικό αφήγημα. Στο σημερινό Ελληνικό κράτος, απουσιάζουν και τα πέντε. 
 
Η δημόσια διοίκηση λοιπόν, ακόμα κι αν «θεσμικά» προσαρμοζόταν σε ένα «Βεμπεριανό» πρότυπο, θα λειτουργούσε με άτυπα δίκτυα και προσωπικές εξαρτήσεις, δλδ χωρίς θεσμική συνέχεια, χωρίς αξιοκρατία και χωρίς πραγματικές διαδικασίες αξιολόγησης έργου και προσώπων. Άρα, η σημερινή αθλιότητα, δλδ. τα ρουσφέτια, η δουλικότητα στα κόμματα και ο προσανατολισμός στην εξυπηρέτηση συμφερόντων άσχετων με τα κρατικά ή τα Εθνικά, απλώς θα φορούσαν μία «τεχνοκρατική» μάσκα υποκρισίας και θα συνέχιζαν απρόσκοπτα το «έργο» τους. 
 
Το αρχικό ζητούμενο οφείλει να είναι η αποκατάσταση της λειτουργικής ακεραιότητας του συστήματος, μία επώδυνη και ταχύτατη διαδικασία, αυστηρά εφαρμοσμένη «από την κορυφή προς την βάση» (top – down) και θέμα κάποιου άλλου άρθρου (ίσως). 
 
Δεν επεκτείνομαι παραπέρα, οι διαφωνίες μου με το άρθρο του κ. Μάτσου είναι πολλές, ιδίως ιστορικές, όμως οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι η παλαιότερη προσθήκη στο πρόγραμμα της Ε.Π. δεν με εκφράζει πλέον — ούτε εμένα, ούτε το προσφιλές μου μοντέλο Κυβερνητικής που συνεχίζω, δυστυχώς, να εξελίσσω. 
 
Πετροβούβαλος/Αβέρωφ
 
Σχετικά άρθρα στον Αβέρωφ 
Η σύγχρονη πολιτική μάχη και οι πραγματικές δυνατότητες «διεμβολισμού» του υφισταμένου πολιτικού συστήματος – Μέρος 1ο και Μέρος 2ο 
 
Η εικόνα είναι από το Pinterest
 

από koukfamily.blogspot.com

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια